Γιώργος Χατζηνάσιος


Ποιος να συγκριθεί μαζί του!

Ο τίτλος είναι ορμώμενος από το φερώνυμο αριστούργημά του, σε στίχους της Ντέλλας Ρούνικ, ερμηνευμένο το 1991 από τον Γιάννη Πάριο, όταν το ηχόχρωμα της φωνής του πιο ερωτικού έλληνα τραγουδιστή βρισκόταν στο ζενίθ της αισθαντικότητάς του...

Από το 1970 μέχρι σήμερα, ο Γιώργος Χατζηνάσιος έχει χαρίσει στους μεγαλύτερους έλληνες τραγουδιστές μερικά από τα πιο όμορφα και τα πιο μελωδικά τραγούδια τους: στη Μαρινέλλα το «Καμιά Φορά» (1983), το «Δεν είναι που φεύγεις» και το «Σήμερα» (1978), στη Δήμητρα Γαλάνη τα «Γαλάζια σου Γράμματα» (1976), το «Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ» (1973) και το «Σ’ όποιον αρέσουμε» (1986), στον Γιάννη Πάριο το «Ποιος να συγκριθεί μαζί σου;» (1991) και το «Τι θέλεις να κάνω;» (1972), στην Τάνια Τσανακλίδου τον «Ανθρωπάκο» (1980), στον Στράτο Διονυσίου την «Αφιλότιμη» (1972), στον Μανώλη Μητσιά το «Πού θα πάει, πού;» (1973), στον Σταμάτη Κόκκοτα το «Μια Παρένθεση και μόνο» (1973) κ.ο.κ.

Το 1977 συνέθεσε το ευφάνταστο «Μάθημα Σολφέζ», με το οποίο η Ελλάδα κατέκτησε την πέμπτη θέση στο Φεστιβάλ της Eurovision, ενώ το 1980 το τραγούδι του «Όταν γύρω νυχτώνει» κέρδισε το πρώτο βραβείο στο γαλλικό φεστιβάλ “Rose DOr”. Το 1985 συνεργάστηκε με τη Νάνα Μούσχουρη και τον Νίκο Γκάτσο στην «Ενδεκάτη Εντολή». Με τραγούδια όπως το ομώνυμο, το «Πέφτει Βροχή», το «Γιαρέμ, Γιαρέμ» κ.ά., ο δίσκος έγινε πλατινένιος και μερικά εξ αυτών κυκλοφόρησαν μεταφρασμένα και στην Ευρώπη.

Ο Γιώργος Χατζηνάσιος υπογράφει τη μουσική επένδυση σε περίπου 40 κινηματογραφικές ταινίες, 25 θεατρικά έργα, καθώς και πληθώρα επιτυχημένων τηλεοπτικών σειρών. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζουν η υπέροχη μουσική του στην ταινία «Σ’ Αγαπώ» (1971), με την αξέχαστη Αλίκη, το soundtrack για τη διεθνή παραγωγή της Paramount “Shirley Valentine”, αλλά και οι μελωδίες του στις σειρές: «Τμήμα Ηθών» (1992), τα «Φτερά του Έρωτα» (2000) και... «Άγγιγμα Ψυχής» (1998), με το οποίο γνώρισε στο ελληνικό κοινό έναν νεαρό με βελούδινη φωνή από τη Λευκωσία της Κύπρου, που έμελλε να γίνει ο πιο δημοφιλής τραγουδιστής της Ελλάδας τη δεκαετία του 2000... Τον Μιχάλη Χατζηγιάννη!

Η όπερα «Ελ Γκρέκο» (1985), η μελοποίηση του «Μονογράμματος» του Οδυσσέα Ελύτη, το ορατόριο «Το Χρονικό της Αλώσεως» (1997) και η συμφωνική καντάτα «Ωδή στον Μεγαλέξανδρο» (2004) συμπληρώνουν τη μεγαλειώδη πορεία του στο ελληνικό πεντάγραμμο. To 2007, η γενέτειρα πόλη του, η Θεσσαλονίκη, τον τίμησε για τη μεγάλη προσφορά του στον ελληνικό πολιτισμό. Σήμερα έχουν συμπληρωθεί ήδη 40 ολόκληρα χρόνια από το πρώτο του τραγούδι, το «Κρίμα το Μπόι σου», που ερμήνευσε με μεγάλη επιτυχία η Μαρινέλλα το 1970. Η επέτειος αυτή ήταν και η αφορμή για να τον συναντήσουμε από κοντά και να μας “ταξιδέψει” στις αιθέριες μελωδίες του, που μαγεύουν, ακόμα και σήμερα, ανθρώπους κάθε ηλικίας...




Οι μουσικές σας σπουδές ξεκινούν από το Μακεδονικό Ωδείο Θεσσαλονίκης και το Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης, συνεχίζονται στο Ωδείο Αθηνών και το Εθνικό Ωδείο, και φτάνουν μέχρι το Παρίσι, όπου παρακολουθήσατε μαθήματα σύνθεσης, ενορχήστρωσης και διεύθυνσης ορχήστρας! Υπάρχουν αξιόλογοι συνάδελφοί σας, με συνθέσεις που έγιναν πολύ επιτυχημένα τραγούδια, οι οποίοι δεν έτυχε ποτέ να σπουδάσουν μουσική σε κάποιο ωδείο. Σε ποιο βαθμό η δική σας κατάρτιση επέδρασε στη σύνθεση τραγουδιών για τη δισκογραφία;

Πρέπει να πω ότι, για να είσαι συνθέτης, δεν είναι απαραίτητη προϋπόθεση να είσαι μουσικός. Δεν είναι απαραίτητη προϋπόθεση να παίζεις πολύ καλά ένα όργανο. Είναι το χάρισμα της σύνθεσης. Είναι ένα χάρισμα το οποίο δεν μαθαίνεται, δεν σπουδάζεται. Μπορώ να πω ότι εγώ εκπαιδεύτηκα, ας πούμε, ως μουσικός για πιο “ανήσυχα” πράγματα από το τραγούδι. Παιδεύτηκα τελειώνοντας τα ωδεία για σολίστας, για συμφωνιστής, για να πάω στο εξωτερικό, την Αμερική ενδεχομένως, να γράψω αμερικανικές ταινίες. Όλα αυτά χρειάζονται, τα εφόδια ενός μουσικού, όπως το έκανα εγώ. Στο τραγούδι, όμως, για να γράψω τραγούδια, έπρεπε από όλα αυτά που γνώριζα να είμαι αφαιρετικός. Γιατί, αν έβαζα αυτά που γνώριζα, θα ήταν όλα πολύπλοκα: και οι μελωδίες πολύπλοκες, και οι ενορχηστρώσεις πολύπλοκες. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι το τραγούδι μπορεί να το κάνει ο καθένας, ο οποιοσδήποτε. Αυτό αποδείχτηκε από το γεγονός ότι οι περισσότεροι τραγουδιστές που βγάλαμε εμείς οι συνθέτες ήταν μόνο performer, μόνο εκτελεστές. Στα χρόνια που πέρασαν και με την εισβολή της τεχνολογίας μέσα απ’ τα κομπιούτερ και τα συνθεσάιζερ, όλοι αυτοί –αν όχι όλοι, το 80%– έγιναν συνθέτες. Δεν θέλω να απαριθμήσω, αλλά μπορεί ο καθένας να φανταστεί ποιοι ξαφνικά, ενώ δεν είχαν δείξει προηγούμενα ότι είχαν αυτήν την έφεση, γίνανε συνθέτες και, μάλιστα, πολύ ανταγωνιστικοί και μ’ εμάς τους παλαιότερους.

Συνήθως, σας κατατάσσουν στο ελαφρολαϊκό τραγούδι. Έχοντας ως δεδομένα τις πλούσιες μουσικές σας σπουδές και το σύνολο του μουσικού σας έργου –που περιλαμβάνει από όπερες μέχρι ορατόρια–, δεν θεωρείται πως αυτή η κατηγοριοποίηση σάς αδικεί πολύ;

Το τι λέει ο καθένας για τον άλλον δεν ξεκινάει επειδή βγήκα εγώ κάποτε και είπα ότι γράφω ελαφρολαϊκά. Εδώ, όχι μόνο εδώ, και σε όλον τον κόσμο, οι τρίτοι σου βάζουν “ετικέτες”. Όταν, λοιπόν, εγώ, ένας τζαζίστας, ασχολήθηκα με το τραγούδι και ένας τζαζίστας δεν μπορεί να κάνει τέτοιους συμβιβασμούς, ώστε να γίνει αμιγώς λαϊκός συνθέτης όπως ο Τσιτσάνης ή ο Βαμβακάρης–, αυτομάτως (έρχεται) όλη αυτή η “ελαφράδα” που συνδυάζει την προσωπικότητα ενός συνθέτη που έχει κάνει όλα αυτά τα ωδεία, τις μουσικές και τα πιάνα... Όταν, λοιπόν, κάνεις μίξη, θες να κάνεις ένα λαϊκό τραγούδι και προέρχεται από έναν μουσικό, με τέτοια εφόδια, αυτομάτως, αφού ο συνθέτης προέρχεται από την ελαφρά μουσική και ασχολείται με το λαϊκό τραγούδι, γίνεται ένα “μπαστάρδεμα” μπορώ να πω... Γιατί ηχεί κακόηχα το θέμα ελαφρολαϊκό... Δεν είναι τίποτα, είναι μία κουβέντα που βγήκε από κάποιον παραγωγό ενδεχομένως ή από κάποια εταιρία ή από κάποιο δημοσιογράφο. Δεν τη βγάλαμε εμείς οι συνθέτες. Για να απαλύνουμε τώρα αυτό το ελαφρολαϊκό, που υπήρχε τη δεκαετία του ’70 και με “χρεώνουν”, τώρα δεν το λένε πολλοί... Δεν το λένε! Τώρα το λένε έντεχνο! Γιατί το ελαφρολαϊκό ακούγεται σαν βρισιά! Δεν έχει σημασία, όμως... Το θέμα είναι, στην πάροδο του χρόνου που γίνεται το καταστάλαγμα, τι μένει. Αν υποθέσουμε ότι αυτό το ελαφρολαϊκό ήταν κάποτε, ας πούμε, σαν βρισιά, αλλά έμειναν τα κομμάτια και τα τραγουδάει όλος ο κόσμος ακόμα και σήμερα, όπου κι αν πάω, τι σημασία έχει ο χαρακτηρισμός; Καμιά! Το έντεχνο βγήκε τώρα, με τις μουσικές σκηνές περισσότερο. Δεν θέλανε χαρακτηρισμούς που θεωρούνταν παλιοί, ας πούμε το ελαφρολαϊκό και λαϊκό, και βρήκανε έναν άλλον... Το λαϊκό τραγούδι, ουσιαστικά, βασίζεται πάνω σε δρόμους λαϊκούς. Όλα τα άλλα είναι “μαγαρισμένα” ελαφρά τραγούδια με την πρόσμειξη του λαϊκού οργάνου που λέγεται μπουζούκι. Δηλαδή, αν καθίσει κάποιος και μελετήσει πολλά τραγούδια του Τσιτσάνη, αν ένα ζεϊμπέκικο το παίξεις σε τέσσερα τέταρτα, μπορεί κάλλιστα να γίνει ένα ταγκό πολύ ωραίο! Το ηχόχρωμα είναι αυτό που κάνει το τραγούδι λαϊκό...


Οι ελληνικές συμμετοχές στη Eurovision είναι δεκάδες. Αλησμόνητο, όμως, έχει μείνει μέχρι σήμερα, σε όλους τους Έλληνες, το Μάθημα Σολφέζ (1977) – έστω και αν δεν κατέκτησε την πρωτιά.

Κατ’ αρχάς, πρέπει να πούμε ότι το Μάθημα Σολφέζ είναι μια τυχαία περίπτωση! Εγώ δεν είχα σκοπό ούτε πρόθεση να πάω στη Eurovision. Δεν ήταν σκοπός μου αυτός, ούτε στο μυαλό μου δεν ήταν!

Αλλά;

Απλούστατα, είχα γράψει το ρεφρέν τότε. Και να εδώ ήταν το πιάνο –επάνω ακούγεται το πιάνο, όταν παίζω (σ.σ.: είμαστε στο ημιυπόγειο studio του σπιτιού του)–, έπαιζα το ρεφρέν και φωνάζει η Μαρία, η γυναίκα μου:
«Γιώργο, τι ωραία μελωδία είναι αυτή που παίζεις;»
«Ναι, είναι ευχάριστο! Μου αρέσει κι εμένα!»
Το έπαιζα και ρυθμικά!
– «Γιατί δεν το κάνεις κάτι να το στείλεις στη Eurovision μού λέει η Μαρία, η οποία έχει μια φοβερή αθωότητα, δεν κάνει διακρίσεις (ελαφρολαϊκά, λαϊκά και ποπ). Της αρέσει κάτι, ό,τι κι αν είναι, θα το τραγουδήσει! Είναι καλοπροαίρετη στα τραγούδια!
«Κοίταξε, ρε Μαρία, έτσι και βάλω πάνω σε αυτήν τη μελωδία ελληνικά λόγια, θα γίνει ένα από τα ελληνικά τα ποπάκια που τα σιχαινόμαστε, που δεν λένε τίποτα...»
«Προσπάθησε», μου λέει, «να βρεις κάτι».
«Αποκλείεται», λέω, «δεν πρόκειται».
Μετά, λοιπόν, κάθομαι στο πιάνο. Λέω: «Τι πρόβλημα έχουμε εμείς με τη Eurovision; Γιατί βγαίνουμε τελευταίοι; Το πρόβλημα είναι η γλώσσα!». Και μου ’ρχεται τότε η ιδέα και λέω: «Στάσου, αφού είναι η γλώσσα... Αλλά και η μουσική, γλώσσα είναι! Έχει κώδικα! Οι νότες είναι κώδικας!». Μπορείς να πάρεις έναν Ιταλό και να του πεις:
«Ντο, ρε, μι...»
Και να πει:
«Α! Μουσικίστα, ε!»
Ή στη Γαλλία ή στη Γερμανία...  Λέω: «Δεν βάζω τις νότες;». Παίζω, λοιπόν, όπως είναι οι νότες – γιατί αυτές είναι οι νότες! Και όταν βγήκε το κομμάτι στην Ευρώπη, όλοι οι μουσικοί του κόσμου πηγαίνανε στα πιάνα, στις κιθάρες, τ’ ακορντεόν, να δουν αν είναι: «Ντο, ρε φα, σολ, φα, σολ, φα, μι, ντο, σι...», να δούνε αν είναι πραγματικές και... πάθανε πλάκα! Αφού βρήκα την ιδέα, λέω: «Είναι η μόνη περίπτωση να δικαιωθεί η Ελλάδα και να πάρει μια καλή θέση!». Όχι για πρωτιές και τέτοια... Βγαίναμε 11οι, 13οι, στο τέλος... Απόδειξη; Τώρα που βάλαμε τ’ αγγλικά, η Ελλάδα είναι ανταγωνιστική! Η ιδέα αυτή, λοιπόν, με έκανε να ξεπεράσω αυτούς τους ενδοιασμούς που είχα με τη Eurovision, γιατί από τότε λέγανε ότι είναι “πανηγυράκι”... Και, όταν μπλέκεσαι με αυτό, είσαι “πανηγυριτζής” κι εσύ! Αλλά λέω: «Όχι! Θα το πάρω πατριωτικά! Θα πάρουμε καλή θέση!». Και τότε, λοιπόν, πήρα τηλέφωνο τη Σέβη Τηλιακού, τη στιχουργό, της λέω:
«Ρε, Σέβη...»
Τρελάθηκε αυτή με την ιδέα!
«Δως μου τη μελωδία να βάλω στίχους μπροστά!»
«Είμαστε παιδιά σαν μια συντροφιά...» (τραγουδά). Έτσι βγήκε πηγαία! Έχει μια θετικότητα όλη αυτή η ιστορία και μια πραγματικότητα που δεν έχει επιτήδευση όσον αφορά για φιγούρα, για να γίνουμε γνωστοί... Απλούστατα, έκανα μια πατριωτική –εντός εισαγωγικών, βέβαια– μουσική παρέμβαση, ώστε να πάρουμε μια καλή θέση. Αυτό ήταν όλο!

Και τα καταφέραμε!

Ναι, βγήκε πέμπτο το τραγούδι μας!

Ποια είναι η γνώμη σας για τα τραγούδια που εκπροσώπησαν την Ελλάδα από τότε που εσείς λάβατε μέρος;

Αυτό που πήρε το πρώτο βραβείο, το My Nymber One (σ.σ.: του Χρήστου Δάντη και της Ναταλίας Γερμανού, ερμηνευμένο από την Έλενα Παπαρίζου στο διαγωνισμό του 2005), νομίζω ότι άξιζε να πάρει το βραβείο. Είναι η καλύτερη περίπτωση που έχει γίνει μεταγενέστερα.


Θα ήθελα να μας περιγράψετε πώς ακριβώς γράφτηκαν δύο τραγούδια σας: το αριστουργηματικό Ποιος να συγκριθεί μαζί σου (1991), σε στίχους της Ντέλλας Ρούνικ, και το τραγούδι – σήμα κατατεθέν της Δήμητρας Γαλάνη, τα Γαλάζια σου Γράμματα (1976), σε στίχους Γιώργου Κανελλόπουλου.

Θα αρχίσω με τα Γαλάζια σου Γράμματα. Εγώ συνεργαζόμουν τότε με έναν στιχουργό που δεν ζει τώρα πια, τον Γιώργο Κανελλόπουλο, ο οποίος ήταν τουλάχιστον 15 χρόνια νεότερος από εμένα. Και, μάλιστα, την εποχή που γράφαμε πήγε και φαντάρος. Και συνήθως μου έφερνε στιχάκια. Δέκα στιχάκια, πέντε στιχάκια. Μέσα, λοιπόν, στα στιχάκια αυτά κάποια στιγμή βλέπω ένα τραγούδι που λέει: «Τα Γαλάζια σου Γράμματα». Μόλις, λοιπόν, το βλέπω, του λέω:
«Ρε Γιώργο, τι γίνεται με αυτό το τραγούδι; Ξέρεις τίποτα;»
«Τι να ξέρω;» μου λέει.
«Σου είχε πει τίποτα η Μαρία (η γυναίκα μου);» λέω.
«Όχι, ρε Γιώργο, τι είναι αυτά; Δικιά μου ιδέα είναι, δεν μου ’χει πει τίποτε. Ούτε παραγγελία ούτε τίποτα».
Λέω:
«Ξέρεις τι συμβαίνει, ρε Γιώργο; Όταν ήμουν στο Παρίσι, η Μαρία μού έστελνε επιστολές και επιστολόχαρτα γαλάζια! Τα έχω ακόμα! Γαλάζιο φάκελο και γαλάζιο γράμμα! Τι είναι αυτό που μου λες! Είναι τρομερό, μεταφυσικό αυτό που μου λες!»
Κι όπως ήμασταν, να τώρα, έτσι εδώ πέρα (σ.σ.: είμαστε στο studio του σπιτιού του, όπου βρίσκεται το πιάνο του), πήρα το στιχάκι και πήγα στο πιάνο και το μελοποίησα την ίδια στιγμή! Και βγήκε το τραγούδι αυτό! Το οποίο το είπε η Γαλάνη, θαυμάσια νομίζω!
Το Ποιος να συγκριθεί μαζί σου... Έχεις στοχεύσει σε δύο περιπτώσεις που θα φανώ λίγο μελό... Όταν μου έφερε τα στιχάκια η Ντέλλα Ρούνικ, είχε ένα τραγούδι που λεγόταν: «Ποιος να συγκριθεί μαζί σου;». Είχα διαβάσει πέντε-έξι, τα οποία τα απέρριψα. Έφτασα σε αυτό και της λέω:
«Ρε, συ, έχεις καταλάβει τι έχεις γράψει;»
«Όχι» μου λέει. «Σου αρέσει;»
«Αυτό είναι υπέροχο!» της λέω. «Υπέροχο τραγούδι!»
Είναι η μόνη συνεργασία που κάναμε. Ένα κομμάτι γράψαμε με τη Ρούνικ. Όλα τα άλλα που μου έφερνε δεν μου λέγανε τίποτα. Μπορεί να λέγανε για άλλους συνθέτες, αλλά για μένα δεν λέγανε.
Λέγανε παλιά ότι πάει ο Μπετόβεν στο δάσος κι ακούει τα πουλάκια, και ο Μότσαρτ τις πέρδικες, με τους καταρράκτες και τα ποταμάκια, και εμπνέονται... Τρίχες! Δεν εμπνέεσαι! Μόνο το πάθος το ανθρώπινο σε εμπνέει! Μπορεί να εμπνέει κάποιο ζωγράφο η φύση, αλλά αν δεν κλειστείς με το κερί μέσα στα σκοτάδια, να μπεις μέσα, βαθιά στη μουσική... Η σχέση μου με τη γυναίκα μου, που είναι από μικρά παιδιά που είμαστε, πάντοτε λειτουργούσε σαν έναυσμα, για να μπορώ να καταλάβω την αξία ενός ερωτικού ποιήματος ή ενός ερωτικού στίχου. Υπάρχουν και άνθρωποι που δεν έχουν ερωτευτεί ποτέ ή έχουν ερωτευτεί με λανθάνουσα κατάσταση και νομίζουν ότι είναι ερωτευμένοι, είναι ερωτομανείς κλπ... Αλλά αυτή η σχέση με τη Μαρία, που κρατάει από μικρά παιδιά που είμαστε, εμπεριέχεται μέσα σε αυτό... Για να μένεις με έναν άνθρωπο τόσα χρόνια! Ποιος να συγκριθεί μαζί σου! Δηλαδή, δεν υπήρχε περίπτωση έναν άνθρωπο που τον αγαπάς τόσο πολύ, να τον προδώσεις για οποιονδήποτε λόγο, για να βρεις κάτι άλλο, το οποίο πιθανότατα να είναι καλύτερο. Η πηγή, που λένε ότι μια γυναίκα μπορεί να εμπνεύσει έναν δημιουργό, δεν είναι τυχαία. Και σε δύο καίρια πράγματα που συζητάμε είναι πίσω, πάντα, ο άνθρωπός σου! Για τους νέους, μπορεί να φανεί αυτό λίγο δραματικό που είπα και να λένε: «Τι λέει αυτός;». Αλλά εμείς περάσαμε μια εποχή που, σίγουρα, τα πράγματα ήταν πιο δυναμικά στη σχέση των ανθρώπων. Οι άνθρωποι ήταν έτσι εκείνην την εποχή... Πολύ πιο συναισθηματικοί...


Αναμφίβολα, είστε ο μέντορας του Μιχάλη Χατζηγιάννη, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά το ελληνικό κοινό, αφού σε εσάς οφείλεται η πρώτη του εμφάνιση στην ελληνική δισκογραφία, το 1998, με το Άγγιγμα Ψυχής. Όταν εμπιστευτήκατε σ’ αυτόν το νεαρό ελληνοκύπριο την ερμηνεία τριών τραγουδιών σας για το soundtrack μιας τηλεοπτικής σειράς, φανταζόσασταν την απήχηση που θα γνώριζε στην Ελλάδα και την καριέρα που θα πραγματοποιούσε τα επόμενα χρόνια;

Εγώ άκουσα έναν καλό τραγουδιστή να εκπροσωπεί την Κύπρο στη Eurovision (σ.σ.: στον διαγωνισμό του 1998, με το τραγούδι Γένεσις) και σημείωσα το όνομά του. Μου άρεσε πολύ και η στάση του σώματός του, και το θάρρος που είχε, και το εύρος της φωνής του. Το εύρος της φωνής του, για νέο παιδάκι, μου έκανε πολύ καλή αίσθηση! Όταν με πήρε ο Μανουσάκης (σ.σ.: σκηνοθέτης της τηλεοπτικής σειράς Άγγιγμα Ψυχής), για να γράψουμε τη μουσική, και είπα ναι, ήξερα ότι η υπόθεση αναφέρεται σε έναν παπά ο οποίος έχει μια σχέση με μια κοσμική γυναίκα. Αυτό, λοιπόν, μου έβαλε στο μυαλό ότι δεν πρέπει να γίνει ένα κομμάτι που να προοιωνίζει σουξέ. Όπως βάζαμε συνήθως ένα πολύ πετυχημένο και αναγνωρίσιμο κομμάτι, ώστε ο κόσμος, μόλις ανοίγει η εκπομπή και παίζει το σίριαλ, να λέει: «Να! Αρχίζει το έργο!». Ήθελα, λοιπόν, να μη βάλω έναν πολύ γνωστό τραγουδιστή, που αυτό θα σήμαινε και σίγουρη επιτυχία, και πωλήσεις δίσκων. Αλλά, για να σεβαστώ το οικοδόμημα του σκηνοθέτη, ήθελα μία αγνότητα η οποία θα προερχόταν και από τον τύπο της μουσικής που θα συνέθετα, και από τη μελωδία, αλλά και από αυτόν ο οποίος θα το ερμήνευε. Και ποιος θα τα το ερμήνευε; Αυτός που εγώ είχα γράψει το όνομά του σε ένα χαρτάκι, να τον ψάξω να τον βρω, όταν θα ’ρχόταν μια ανάγκη για να κάνω κάτι. Πήρα τηλέφωνο. Λέω:
«Είμαι ο Γιώργος Χατζηνάσιος. Παίρνω απ’ την Αθήνα».
«Τι λέτε, κύριε Γιώργο; Με πήρατε τηλέφωνο εσείς!» (με κυπριακή προφορά)
«Ναι, αγόρι μου» του λέω. «Σε πήρα τηλέφωνο, γιατί είσαι πολύ καλός τραγουδιστής και πρέπει να έρθεις εδώ πέρα να κάνουμε μια συνεργασία».
«Δεν μπορώ να έρθω». (με κυπριακή προφορά)
«Τι λες, ρε!» του λέω. «Τι δεν μπορείς!»
Λέει:
«Είμαι φαντάρος!»
Φαντάρος άμα είσαι, δεν παίρνεις διαβατήριο.
«Φαντάρος; Και πότε απολύεσαι;»
«Τη Δευτέρα» μου λέει!
Ήταν Τετάρτη. Deadline για να παραδώσω μουσική, Τετάρτη.  Λέω:
«Δευτέρα, παίρνεις το απολυτήριο, μπαίνεις στο αεροπλάνο, έρχεσαι στο Taboo(γιατί τότε είχα κλείσει με τον Κορκολή και εμφανιζόμασταν οι δύο). Σου εξασφαλίζω δύο χρόνια δουλειά εδώ πέρα, να βγάζεις μεροκάματο, να μη ζητάς λεφτά από την Κύπρο για να τα τρως εδώ, συναυλίες το καλοκαίρι... Κι έλα να κάνουμε πρόβα τη Δευτέρα το απόγευμα. Τρίτη γράφουμε, Τετάρτη πρέπει να παραδώσω.»
«Θα κάνω ό,τι μπορώ, κύριε Γιώργο. Θα κάνω ό,τι μπορώ». (με κυπριακή προφορά)
«Εντάξει».
Έρχεται, λοιπόν. Παίρνει τηλέφωνο από το αεροδρόμιο.
«Έλα», του λέω, «κατευθείαν σπίτι».
«Με τις βαλίτσες;»
«Με τις βαλίτσες!» τού λέω... «Όχι! Πήγαινε εκεί που έχεις να πας κι έλα στο “Taboo”, γιατί έχουμε πρόβα απόψε το απόγευμα με την ορχήστρα και τα παιδιά, τους άλλους τραγουδιστές.»
Έρχεται, λοιπόν. Ήταν “μαζεμένος”... «Να σας συστήσω τον καινούργιο μας τραγουδιστή: "Μιχάλης Χατζηγιάννης". Ήρθε απ’ την Κύπρο». Φύγανε όλοι, καθίσαμε λοιπόν στο πιάνο. «Άκουσε το τραγούδι» τού λέω. «Εγώ μιλώ με προσευχές για σένα, μάγισσά μου...» (τραγουδάει). Το παίζω δυο-τρεις φορές. Λέω: «Πες το!». Το λέει μια κι έξω! «Αύριο», λέω, «έχουμε ραντεβού στις 12 η ώρα στο στούντιο». Είχα κάνει εγώ το playback, ήταν όλα έτοιμα. Πάμε, το λέει δυο φορές (την πρώτη φορά δοκίμαζε). Δυο φορές υπέροχα! Του λέω:
«Δεν χρειάζεται άλλο».
«Να μην το κάνω άλλη μια φορά;» (με κυπριακή προφορά)
«Όχι» λέω. «Δεν χρειάζεται άλλο! Μια χαρά είσαι!»
Και μετά έβγαινα κι έλεγα στα ραδιόφωνα και στις τηλεοράσεις ότι είναι ο καινούργιος τραγουδιστής της νέας χιλιετίας! Γιατί ήταν το ’99! Άρχιζε η νέα χιλιετία μετά! Και μου κάνανε και παράπονα, πολύς κόσμος:
«Γιατί τους χαλάτε, τους καταστρέφεται, κύριε Γιώργο; Ακόμα “δεν βγήκε από το αυγό” και είναι ο καλύτερος τραγουδιστής;»
«Ναι!» λέω. «Θα γίνει ο καλύτερος τραγουδιστής!»
Είναι γραμμένο αυτό σε όλες τις εκπομπές, παντού –αν ανατρέξεις σε εκπομπές– που το λέω. Δεν φοβόμουν να το πω αυτό το πράγμα, γιατί το αισθανόμουν ότι ο άνθρωπος θα γίνει. Μπορεί να καταλάβει ένας μουσικός την αξία ενός καλλιτέχνη, αλίμονο!

Ποια είναι η γνώμη σας για τις συνθέσεις του; Τα τελευταία χρόνια υπογράφει τη μουσική σε τραγούδια που γίνονται μεγάλες επιτυχίες και ισορροπούν μεταξύ του έντεχνου και της ποπ...

Εντάξει, είναι κομμάτια “βατά”, τα οποία, με την αξία του ίδιου, μπορούν να προχωρήσουν, αλλά δεν ξέρω αν θα τα εμπιστευόταν σε άλλους, αν θα γινόταν κάτι άλλο. Δεν μπορώ να ξέρω. Αλλά, εν πάση περιπτώσει, εγώ δεν πιστεύω σε έναν καλλιτέχνη ο οποίος κάνει και τα τρία πράγματα, ενδεχομένως και τα δύο: και τα τραγουδάει, και τα γράφει. Σε όλα αυτά που ξέρετε από εμάς, τους παλιούς συνθέτες, τρεις άνθρωποι εργάζονται: άλλος ο τραγουδιστής, άλλος ο στιχουργός, άλλος ο συνθέτης. Γι’ αυτό και μείνανε!

Είστε της γνώμης ότι πρέπει να είναι διαφορετικοί αυτοί οι τρεις άνθρωποι...

Ναι, γιατί δεν τα δίνει και τα δύο χαρίσματα ο Θεός! Δηλαδή, να είσαι και σπουδαίος τραγουδιστής και να  ’σαι και σπουδαίος συνθέτης. Στην Αμερική μπορεί να γίνεται, αλλά δεν ξέρω και κανέναν από εκεί πέρα!


Οι μεγαλύτερες επιτυχίες της Μεγάλης Κυρίας του Ελληνικού Τραγουδιού φέρουν την υπογραφή σας. Από τα Κρίμα το Μπόι σου (1970) το πρώτο σας τραγούδι, Συμβιβαζόμαστε (1972), Θα ’θελα να ήσουν (1977), Δεν είναι που φεύγεις, Δεν φταίμε εμείς, Σήμερα και Τρανζίστορ (1978), μέχρι το συγκλονιστικό Καμιά Φορά (1983). Δεν είναι ευλογία για κάποιον συνθέτη να ακούει τις μελωδίες του να χρωματίζονται από μια φωνή με την έκταση και το βάθος της Μαρινέλλας; Φωνητικά προσόντα που παραμένουν ανέπαφα μέχρι σήμερα στις live εμφανίσεις της...

Τα περιμένω όλα από τη Μαρινέλλα! Γιατί η Μαρινέλλα δεν είναι δισκογραφική τραγουδίστρια, όπως είναι οι περισσότερες... Είναι σταρ! Δηλαδή, όλες τραγουδάνε πολύ ωραία, αλλά αυτό που έχει η Μαρινέλλα προς τα έξω, στον κόσμο, δεν το έχει καμιά άλλη τραγουδίστρια στην Ελλάδα! Είναι μοναδική!  Όπως είναι η Piaf, ας πούμε, στη Γαλλία, που δεν μπορεί να την ξεπεράσει κανείς. Γιατί η Piaf συνδύαζε το spectacle (το θέαμα) μαζί με το τραγούδι. Είναι γεννημένη γι’ αυτό το πράγμα η Μαρινέλλα!

Τραγούδια με ποπ χροιά, όπως το Κρίμα το Μπόι σου (1970) και το Τρανζίστορ (1978), γράφτηκαν ειδικά για να εξυπηρετήσουν την ανάγκη της Μαρινέλλας να κάνει show επί πίστας;

Δεν κάνει show, μωρέ, η Μαρινέλλα με αυτά τα κομμάτια. Η Μαρινέλλα κάνει show δραματικό! Δηλαδή είναι “Εκάβη”, δεν είναι του «τραλαλά»... Αλλά είναι η δραματικότητα που έχει, όταν λέει μπαλάντες, κομμάτια που σε συγκλονίζουν. Τα χαρούμενα τα έβαζα μέσα στον δίσκο, για να τα γλεντάω κι εγώ με τους φίλους μου εδώ πέρα, να τα γλεντάει κι ο κόσμος που τα άκουγε και να μην είναι ένας δίσκος μονότονος και χαμηλών τόνων. Δηλαδή, χρειαζόταν και μια ευτυχία! Δεν κατάλαβα, μες τη μιζέρια δηλαδή; Αλλά το Τρανζίστορ δεν το ’γραψα για τη Μαρινέλλα. Το Τρανζίστορ μού το έφερε ο Μακράκης, ο παραγωγός, για να το κάνω για τη Μοσχολιού! Δεν έγινε η συνεργασία τότε. Ειδάλλως, θα το έλεγε η Μοσχολιού. Δεν έγραφα πάντοτε έχοντας 100% στο νου μου τον τραγουδιστή. Με ενδιέφερε να βγάλω το κομμάτι με μια πρωτοτυπία σαν μελωδία. Το Τρανζίστορ γράφτηκε για να αξιοποιηθεί ο στίχος πρώτα και μετά αν θα ταιριάζει η δεν θα ταιριάζει στη Μοσχολιού. Γιατί αυτό είναι το πιο σημαντικό! Να βγάλεις την πραγματική μελωδία από έναν στίχο, που είναι απρόσωπος, δεν έχει τίποτα...


Αναμφίβολα, έχετε το μεγαλύτερο ποσοστό επιτυχιών και στο ρεπερτόριο της Δήμητρας Γαλάνη: Αν μ’ αγαπάς, φίλα Σταυρό και Βρε, πώς αλλάζουν οι Καιροί (1973), Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ (1974), Τα Γαλάζια σου Γράμματα (1976), Όταν γύρω νυχτώνει, Θα σ’ αγαπώ και Ζω (1979), Σ’ όποιον αρέσουμε (1986) και άλλα! Το ότι η σπουδαία αυτή ερμηνεύτρια, παράλληλα σχεδόν με εσάς, ηχογραφούσε τραγούδια των μεγάλων δημιουργών του έντεχνου, του Μάνου Χατζιδάκι και του Νίκου Γκάτσου, ήταν μια δημιουργική πρόκληση για να τους ανταγωνιστείτε;

Ο Μάνος Χατζιδάκις και ο Νίκος Γκάτσος δεν “αγγίζονται”, είναι υπεράνω κριτικής! Εμένα με ενδιέφερε η Γαλάνη να τραγουδήσει κομμάτια που αγαπούσα εγώ και που το φίλτρο το δικό μου έλεγε ότι, αν αυτό το πει η Γαλάνη, θα το αγαπήσει κι ο κόσμος. Δεν υπήρχε ανταγωνιστική σχέση. Άλλωστε, οι στίχοι που διάλεγα εγώ δεν είχαν τη βαρύτητα ενός Γκάτσου. Γιατί οι στιχουργοί ήταν δόκιμοι σε εμένα. Εγώ δεν έπαιρνα από γνωστούς στιχουργούς. Τραγουδήθηκε πιο πολύ με εμένα η Γαλάνη. Αυτά που παίζονται ακόμα και παίζει κι η ίδια, είναι τα περισσότερα δικά μου. Από εκεί αναγνωρίστηκε, μέσα από τη δική μας σχέση γιατί εμείς ταιριάζουμε πολύ... Πάρα πολύ ως συνθέτης και ερμηνεύτρια! Και αποδείχτηκε μετά, γιατί είχα 15 χρόνια συνεργασίας! Συναυλίες, ραδιόφωνα, θεατρικά... “Δέσαμε” πολύ! Πάντα η Γαλάνη! 15 χρόνια ήταν η τραγουδίστριά μου!


Τι θέλεις να κάνω (1972) και Πού θα πάει πού (1974) [1]. Δύο υπέροχα τραγούδια σας που "βάφτισαν" το δεύτερο και τρίτο προσωπικό δίσκο, αντίστοιχα, του ερμηνευτή που έμελλε να χαρακτηριστεί ο πιο ερωτικός της Ελλάδας! Ο πρώτος έφερε απλά το όνομά του... Γιάννης Πάριος!  Είναι άξιο απορίας, όμως, ότι, με εξαίρεση ένα ντούετο του με τη Δήμητρα Γαλάνη το 1986 (το Παιχνίδι για Δύο), δεν συναντηθήκατε ξανά για περισσότερα από 15 χρόνια από τότε... Έως το 1991 και την Επίθεση Αγάπης, όπου υπογράφετε συνθετικά όλα τα τραγούδια του δίσκου (μεταξύ των οποίων και το αριστουργηματικό Ποιος να συγκριθεί μαζί σου). Πώς και δεν έτυχε να συνεργαστείτε σε αυτό το εκτενές μεσοδιάστημα (1974-1991);

Δεν εμπιστευόταν σε έναν συνθέτη τον Πάριο ο Μάκης (σ.σ.: ο Μάκης Μάτσας, πρόεδρος της δισκογραφικής εταιρίας Minos-Emi)! Ήθελε πολυσυλλεκτικό δίσκο! Γιατί ήταν μια εποχή με τον Πυθαγόρα που κάνανε μεταγλωττίσεις σε ξένα τραγούδια. Ποτέ δεν σε ξεχνώ (1976) και άλλα δεκάδες! Δεν πήγαινε το μυαλό τους τώρα να εμπιστευτούν έναν (μόνο) συνθέτη. Τότε πούλαγε και 250.000 δίσκους ο Πάριος! Γιατί να τον δώσεις σε έναν συνθέτη;


Το 1985 συνεργαστήκατε, με μεγάλη επιτυχία, με τη Νάνα Μούσχουρη και τον Νίκο Γκάτσο στο δίσκο Η Ενδεκάτη Εντολή. Το ότι ουσιαστικά παίρνατε τη θέση του Μάνου Χατζιδάκι σε ένα τρίδυμο συνθέτη-στιχουργού-ερμηνεύτριας που είχε αφήσει εποχή στην Ελληνική Μουσική, σας είχε φορτώσει τότε με άγχος, για να ανταποκριθείτε επάξια σε εκείνη τη συνεργασία;

Όχι, δεν είχα καθόλου άγχος, γιατί είχε μεσολαβήσει μεγάλο διάλειμμα από την εποχή της συνεργασίας Χατζιδάκι-Μούσχουρη. Άλλωστε, εγώ ήμουν διαπιστευμένος σαν ο πιο επιτυχημένος συνθέτης της εποχής. Και να μην το ’θελα εγώ να το πιστέψω, μου το δείχνανε οι άλλοι! Γιατί εγώ ποτέ δεν πίστεψα ότι ήμουνα σπουδαίος. Πάντα ήθελα η αξία μου να βγαίνει από μουσική κινηματογραφική, από μουσική soundtrack, από το πιάνο που έπαιζα. Ήξερα ότι μπορεί ο καθένας να γράψει ωραία τραγούδια και αποδείχτηκε μετά...

Ο Μάνος Χατζιδάκις είχε τοποθετηθεί ποτέ για τις συνθέσεις σας ή αυτή τη συνεργασία σας με τη Νάνα Μούσχουρη και τον Νίκο Γκάτσο;

Εξωστρεφώς, όχι. Αλλά είχε πει στον Μακράκη ότι τον Χατζηνάσιο τον πιστεύω πάρα πολύ – και μου το μετέφερε ο Μακράκης, ο παραγωγός.

Πώς προέκυψε η συνεργασία σας με τον θρύλο του λαϊκού τραγουδιού Στράτο Διονυσίου, η οποία μας “κληροδότησε” και την all time classic επιτυχία Αφιλότιμη (1972);

Είχε βγει μικρό δισκάκι. Στα jukebox πήγαινα και το άκουγα! Από τα πρώτα μου δισκάκια που είχα κάνει στη Columbia. Νομίζω ότι είναι και το πιο χαρούμενο τραγούδι που έχει πει ο Στράτος! Με πήρε τότε ο Λαμπρόπουλος (σ.σ.: ο Τάκης Λαμπρόπουλος, διευθυντής της δισκογραφικής εταιρίας Columbia): «Θα κάνουμε ένα δίσκο (το “4.5.3” που έγινε μετά). Τι κομμάτια έχεις για τον Διονυσίου; Τι κομμάτια έχεις για τη Γαλάνη; Τι κομμάτια έχεις για τον Κόκκοτα. Κάναμε ακροάσεις, τους αρέσανε. Το είπε μια κι έξω ο Στράτος!
«Πάμε!»
«Φύγαμε!»
Φοβερός καλλιτέχνης! Και συμπατριώτης μου! Γιατί η καταγωγή μου –του μπαμπά μου, βέβαια– είναι από τη Νιγρίτα Σερρών, από το ίδιο μέρος!


Υπογράφετε την υπέροχη μουσική στην ταινία του Τάκη Βουγιουκλάκη Σ’ αγαπώ (1971). Τι θυμάστε από τη συνάντησή σας με την Αλίκη Βουγιουκλάκη, τη γυναίκα που κέρδισε τον τίτλο της εθνικής σταρ της Ελλάδας;

Τι θυμάμαι; Κατ’ αρχάς, κάναμε παρέα με την Αλίκη. Και η Μαρία, η γυναίκα μου, έκανε παρέα – κι εγώ. Ήταν ένας άνθρωπος πολύ ενθουσιώδης με τις συνεργασίες του. Δεν είχε αναστολές, δεν ήταν γκρινιάρα: «Να αλλάξεις αυτό, να κάνεις εκείνο...». Με το τραγούδι είχε πάθος! Ήθελε να κάνω δίσκο μαζί της!
«Βρε, Γιώργο μου», μου λέει, «όλο στη Μαρινέλλα δίνεις, θέλω να κάνουμε έναν δίσκο μαζί...»
«Ε, κοίταξε, Αλίκη, δεν μπορούμε να κάνουμε έναν δίσκο μαζί, γιατί εσύ είσαι ηθοποιός! Τα κομμάτια που θα έδινα στη Χαρούλα ή στη Γαλάνη να τα πεις εσύ; Γιατί δεν κάνουμε ένα μιούζικαλ; Να κάτσουμε να γράψουμε ένα μιούζικαλ και μέσα απ’ αυτό το μιούζικαλ, θα υπάρχει η δικαιολογία να κάνουμε έναν δίσκο. Αλλά να σου δώσω τώρα, ας πούμε, ξέρω ’γω, "Να παίζει το Τρανζίστορ", να πεις έτσι ξαφνικά σαν τραγουδίστρια, δεν πάει αυτό το πράγμα...»
Και μια δημοσιογράφος το έβγαλε τότε σε τετράστηλο: «Ο Χατζηνάσιος δεν γράφει για την Αλίκη» – και έγινε της κακομοίρας!

Συνεργαστήκατε με τη Λίνα Νικολακοπούλου στα πρώτα χρόνια της καριέρας της, το 1986, στο δίσκο Παιχνίδι για Δύο. Απότοκος εκείνης της συνεργασίας, το ομώνυμο ατμοσφαιρικό ντουέτο Γιάννη Πάριου – Δήμητρας Γαλάνη, το μαγικό Μ’ αυτόν τον Έρωτα –όπου η Λίνα έγραψε λόγια για ένα παλαιότερο μουσικό σας θέμα, από την ταινία Σ’ αγαπώ (1971)–, αλλά και η μεγάλη επιτυχία Σ’ όποιον αρέσουμε. Πολλοί τη χαρακτηρίζουν –κατά τη γνώμη μου, δικαίως– τη σημαντικότερη στιχουργό που εμφανίστηκε στη δισκογραφία την τελευταία τριακονταετία....

Κι εγώ είμαι ένας από αυτούς που λένε το ίδιο πράγμα, ότι είναι πολύ σημαντική, πάρα πολύ σημαντική. Και άλλαξε και τον χαρακτήρα του τραγουδιού από άποψη στιχουργική. Έγινε πιο σοφιστικέ ο στίχος. Δηλαδή, μπορούμε να πούμε ότι είναι «στιχουργός-ποιήτρια» (αν υπήρχε αυτός ο όρος, που δεν υπάρχει – υπάρχει διαχωρισμός μεταξύ στιχουργού και ποιητή). Έχει ποίηση μέσα! Δηλαδή, δεν είναι μόνο εικόνες, πρέπει από τα συμφραζόμενα να βγάζεις κι ένα νόημα διαφορετικό...


Μεγάλες επιτυχίες σας υπογράφουν, μεταξύ άλλων, στιχουργοί όπως ο Μιχάλης Μπουρμπούλης (Καμιά Φορά (1983), Το Σώμα που ζητάς και Άγγιγμα Ψυχής (1998), Έτσι φτιάχνεται η Αγάπη (2000) κ.ά.), ο Γιώργος Κανελλόπουλος (Συγγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ και Με λένε Γιώργο (1973), Τα Γαλάζια σου Γράμματα και Ξενύχτησα στην Πόρτα σου (1976) κ.ά.), ο Νίκος Βρεττός (Μια Παρένθεση και μόνο (1973), Δεν φταίμε εμείς (1976), Θα ’θελα να ήσουν (1977) κ.ά.), ο Γιάννης Καλαμίτσης (Όταν γύρω νυχτώνει και Θα σ’ αγαπώ (1979) κ.ά.), ο Τάσος Οικονόμου (Αφιλότιμη (1973), Πού θα πάει, πού (1973) κ.ά.) και άλλοι. Θα θέλατε να μας μιλήσετε για κάποιους από αυτούς τους ανθρώπους που οι νεότεροι γνωρίζουμε μόνο μέσα από τα λόγια που έγραψαν για τις μελωδίες σας;

Για τον καθένα ξεχωριστά; Αυτό που μπορώ να πω είναι ότι ο ενθουσιασμός στο να γράψω τα πρώτα μου τραγούδια, πέρα από τη Σέβη Τηλιακού, προήλθε από τον Τάσο Οικονόμου. Αυτός με "τσίγκλιζε" πάρα πολύ! Με “τσίγκλιζε” να γράψω τα τραγούδια, γιατί δεν είχα και πολλές προσφορές. Δεν είχα προσφορές από στιχουργούς, δεν είχα γίνει πολύ γνωστός, για να με πλησιάζουν οι στιχουργοί. Επομένως, με “τσίγκλιζε”: «Να το κάνουμε αυτό, θα γίνει επιτυχία!». Κάναμε αυτά τα πράγματα με ενθουσιασμό!
Με τον Μιχάλη Μπουρμπούλη κάναμε πάρα πολλές, μεγάλες επιτυχίες, πολύ μεγάλες επιτυχίες. Είμαστε και εγκάρδιοι φίλοι.
Με τον Τάκη Καρνάτσο είχαμε κάνει το «Πώς περάσανε τα χρόνια, πώς;», με τον Πασχάλη. Κι αυτός πρώτη εκτέλεση μαζί μου! Όλοι αυτοί πρώτη φορά!
Περιγράφει τη γνωριμία του με τον στιχουργό Γιώργο Κανελλόπουλο:
Χτυπάει το τηλέφωνο. Λέω:
«Ποιος είναι;»
«Με λένε Γιώργο και ποτέ δεν τραγουδάω...»
«Τι;»
«Με λένε Γιώργο και ποτέ δεν τραγουδάω, δεν έχω μάθει μαργαρίτες να μαδάω...»
«Είναι ωραίο αυτό το πράγμα! Τι είσαι εσύ;» λέω.
«Είμαι», λέει, «καινούργιος στιχουργός κλπ.»
«Φέρε στιχάκια!» λέω. «Έλα! Είσαι ταλέντο!»
Και το «Γιώργο» κιόλας, που με λένε κι εμένα! Εμένα μου άρεσε αυτό! Και δεν τραγουδάω κιόλας (γέλια)! Κι από εκεί, ανακάλυψα “φλέβα” με τον Γιώργο! Αυτό είναι γεγονός!

Συνήθως συνθέτατε μελωδίες πάνω σε ήδη γραμμένους στίχους όλων αυτών των αξιόλογων στιχουργών ή εκείνοι έγραφαν εκ των υστέρων λόγια πάνω σε δικά σας μοτίβα;

Συνήθως, εγώ σιγουρεύομαι από τον στίχο, ότι μου αρέσει, και μετά τον “καλύπτω”. Γιατί, πολλές φορές που έκανα το αντίθετο, είχα πρόβλημα... Δεν μπορούσαν να το αλλάξουν εύκολα και δημιουργούνταν τεταμένες σχέσεις με τους στιχουργούς. Κι έτσι, είχα αποφασίσει να παίρνω πρώτα τον στίχο και μετά να γίνεται η μελοποίηση.

Πάντως, γενικώς, δεν έχετε συνεργαστεί κυρίως με έναν στιχουργό, ώστε να συνδεθεί το όνομά σας μαζί του. Δηλαδή, ο Μάνος Χατζιδάκις συνεργαζόταν κυρίως με τον Νίκο Γκάτσο, ο Μίμης Πλέσσας με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο...

Αυτοί είναι 12 χρόνια πριν βγω εγώ. Όλοι είναι συνθέτες της προηγούμενης δεκαετίας, που ήταν τα πράγματα πολύ σφιχτά από συνεργασίες. Μετά άνοιξε ο κύκλος, μετά διευρύνθηκε ο χώρος. Αυτοί που ήταν η παλιά φρουρά δεν εμπιστεύονταν εύκολα έναν καινούργιο συνθέτη, για να του δώσουν τους στίχους τους. Δεν μου δίνανε. Μου δώσανε μετά, όταν πια πιστοποιήθηκα στο χώρο. Έχουμε κάνει συνεργασίες, αλλά μετά από μια δεκαετία. Γι’ αυτό και στα πρώτα μου βήματα δεν έχω “περγαμηνές” επιλογής σωστών στίχων, πολύ καλών στίχων. Δεν έχω αριστουργήματα. Είναι αυτά που έβρισκα. Μακάρι να μου δίνανε (τότε) ο Λευτέρης (σ.σ.: ο Λευτέρης Παπαδόπουλος), ο Γκάτσος κ.ά. Θα ήταν διαφορετικά! Αλλά έπρεπε να βγω στον χώρο με οποιονδήποτε τρόπο! Τι να κάνω! Ήρθε ανάποδα, ήρθε μετά, εκ των υστέρων, αφού είδανε ότι “καλύπτω” σωστά (τους στίχους). Οι περισσότεροι στιχουργοί των πρώτων τραγουδιών μου ήταν νέοι. Με ένα τηλέφωνο γνωριζόμασταν! Έχω πάθει “τηλεφωνοφοβία” από τους στιχουργούς!

Θα ήθελα να μου πείτε τη γνώμη σας για δύο σημαντικούς συναδέρφους σας, μουσικοσυνθέτες, με τους οποίους είχατε συνεργαστεί στο παρελθόν: τον Μίμη Πλέσσα και τον Γιάννη Σπανό.

Κατ’ αρχάς, για μένα, ο Μίμης Πλέσσας υπήρξε το πρότυπό μου στην τζαζ. Όταν ήμουν πιτσιρικάς ακόμα, στο Δημοτικό, και άκουγα ραδιόφωνο και άκουγα τον Μίμη, ήθελα να γίνω σαν τον Μίμη, παίζοντας τζαζ και πιάνο. Ο Μίμης είναι ο καλύτερος μουσικός κινηματογραφιστής που έχει βγάλει η Ελλάδα, όσον αφορά τα τραγούδια και τα μιούζικαλ κλπ. Είναι ένας τετραπέρατος άνθρωπος και μπορώ να πω και άνθρωπος με μεγάλη ποιότητα, που, όταν κάνεις παρέα μαζί του, είναι σαν να πηγαίνεις εκδρομή! Κι επειδή κάνουμε πολύ παρέα, δεν πάμε εκδρομή, πάμε σινεμά! Οι δυο μας, μαζί με τις γυναίκες μας. Επομένως, είμαστε και οικογενειακοί φίλοι! Τον εκτιμώ απεριόριστα και τον θαυμάζω, και πιστεύω ότι έχει βάλει πολλά “λιθαράκια” στο “οικοδόμημα” που λέγεται Ελληνική Μουσική.
Με τον Γιάννη Σπανό συνεργαστήκαμε στα δύο πιάνα τότε, 1984-1985 (σ.σ.: στην παράσταση Μουσική Πρόκληση, στο Michel). Ήταν συνθέτης μιας σχολής που εμένα μου αρέσει και την έχω ακολουθήσει κι εγώ... Η γαλλική σχολή, με τις απλές μελωδίες, αλλά που έχουνε μέσα “ζουμί” κι έχουνε “αίμα”. Η επιλογή μου –γιατί εγώ είχα τότε την έμπνευση να συνεργαστούμε– δεν ήταν τυχαία... Που πήρα τον Γιάννη τηλέφωνο και του λέω: «Θέλω να συνεργαστούμε στα δύο πιάνα». Κι αυτό τα λέει όλα!



[1]   Το τραγούδι ερμήνευσε σε πρώτη εκτέλεση ο Μανώλης Μητσιάς το 1973.
    Τον επόμενο χρόνο ηχογραφήθηκε και από τον Γιάννη Πάριο.




Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα University Pressτον Ιούνιο του 2011.