Γιάννης Σπανός


Ο Καβάφης της Ελληνικής Μουσικής!

Όπως και στον αλεξανδρινό ποιητή, το έργο του μεγάλου έλληνα μουσικοσυνθέτη χαρακτηρίζει κατά κύριο λόγο η ποιότητα παρά η ποσότητα. Τα τραγούδια του Σπανού... σπανίζουν! Οι συνθέσεις του είναι κατά γενική ομολογία αριστουργήματα… Ποιον δεν άγγιξε το μελαγχολικό soundtrack της ταινίας «Εκείνο το Καλοκαίρι» (1971); «Σαν με κοιτάς, ηλιοβασίλεμα στα μάτια σου φωτιά» και «Ένα καλοκαίρι πέρασε, δεν στάθηκε». Ποιος Έλληνας δεν ταξίδεψε με τη μαγική φωνή του Γιάννη Πάριου στις ονειρικές μελωδίες του «Θα σε θυμάμαι» (1974) και του «Θα με θυμηθείς» (1979), του «Είπα να φύγω» (1974) και του «Φταίμε κι οι Δυο» (1978); Ποιος δεν περπάτησε στην «Οδό Αριστοτέλους» (1974) και δεν περιπλανήθηκε στην «Κίτρινη Πόλη» (1976) με τη φωνή της Χαρούλας Αλεξίου; Ποιος δεν στάθηκε «Κάτω απ’ τη Μαρκίζα» (1977) για να ακούσει τη Βίκυ Μοσχολιού και να θυμηθεί μαζί της πως «υπάρχουν άνθρωποι που ζουν μονάχοι»;

Έχει χαρίσει σε όλους τους μεγάλους έλληνες τραγουδιστές από ένα “διαμάντι” που τους ακολουθεί και λάμπει ανεξίτηλα μέσα στις δεκαετίες… Στη Δήμητρα Γαλάνη το «Βροχή και Σήμερα» (1973), στην Άλκηστη Πρωτοψάλτη το «Έξοδος Κινδύνου» (1984), στην Ελένη Δήμου το «Προσωπικά» (1988), στον Γιάννη Πουλόπουλο το «Μια φορά μονάχα φτάνει» (1968), στον Σταμάτη Κόκκοτα το «Πες πως μ’ αντάμωσες» (1969), στον Γιώργο Νταλάρα το «Σ’ έστησαν σε μια γωνιά» (1978), στον Μανώλη Μητσιά το «Επειδή σ’ αγαπώ» (1982) κ.ο.κ.

Ήταν ο ιδρυτής ενός νέου μουσικού ρεύματος, του «Νέου Κύματος», με τραγούδια όπως το «Μια Αγάπη για το Καλοκαίρι» (1964), το «Κι αν σ’ αγαπώ, δεν σ’ ορίζω» (1965), το «Μια φορά θυμάμαι μ’ αγαπούσες» (1966) κ.ά., ενώ δεν δίστασε να μελοποιήσει έλληνες ποιητές με τρεις δίσκους – «Ανθολογίες», πετυχαίνοντας να κάνει ποιήματα, όπως το «Άσπρα Καράβια», το «Σπασμένο Καράβι», το «Ιδανικός κι Ανάξιος Εραστής» κ.ά., τραγούδια στα χείλη των Ελλήνων!

Οι περισσότεροι Έλληνες αγνοούμε ότι η καριέρα του ξεκίνησε με τεράστια επιτυχία στη Γαλλία, στις αρχές της δεκαετίας του 1960, πριν επιστρέψει στην Ελλάδα και συνθέσει όλα αυτά τα μεγάλα τραγούδια. Έχει βραβευτεί δύο φορές με το Βραβείο Τραγουδιού της Γαλλικής Ακαδημίας, ενώ, για το έργο του στη γειτονική χώρα, έχει συμπεριληφθεί στο Λεξικό του Γαλλικού Τραγουδιού στην αριστερή πλευρά του Σηκουάνα!

Το 2010 συμπληρώθηκαν πέντε δεκαετίες, μισός αιώνας προσφοράς του στην Ελληνική Μουσική! Η επέτειος επισφραγίστηκε με μια μεγάλη συναυλία στο Παναθηναϊκό Στάδιο με τη συμμετοχή σπουδαίων ερμηνευτών και χιλιάδων κόσμου. Αυτή ήταν και η αφορμή για να τον συναντήσουμε από κοντά και να μας ταξιδέψει με την αφήγησή του στη μακρόχρονη μουσική του διαδρομή...


  

Το 1959 εγκαταλείψατε τις σπουδές σας στη Νομική και φύγατε στη Γαλλία για να συμπληρώσετε τις μουσικές σας σπουδές. Μια “επαναστατική” σίγουρα απόφαση! Μπορούμε να φανταστούμε ότι θα είχατε αντιμετωπίσει τότε πολλές αντιδράσεις από τον οικογενειακό σας περιβάλλον. Η Ιστορία, αναμφίβολα, σας δικαίωσε! Για κάποιο νέο φοιτητή, μια τέτοια απόφαση θα ήταν και σήμερα μια μικρή τρέλα...

Κοίταξε, η εποχή σήμερα είναι τόσο διαφορετική, που δεν μπορούμε να συγκρίνουμε τέτοιες εποχές! Τότε τα πράγματα ήταν ακόμα άγνωστα... Εγώ, που ήμουνα από επαρχία –γεννήθηκα στο Κιάτο–, το να είσαι μουσικός ήταν κάτι τελείως άγνωστο τότε. Η σταδιοδρομία ενός μουσικού δεν υπήρχε! Τότε υπήρχαν τα ταγκό, τα βαλς, κάτι μεταγλωττισμένα ξένα που τα λέγανε στα ελληνικά. Υπήρχε το παλιό ελληνικό τραγούδι. Και δεν υπήρχε περίπτωση να ξέρανε οι δικοί μου ότι θέλω να γίνω μουσικός. Ούτε εγώ το ήξερα! Δεν είχα αντιρρήσεις από το σπίτι μου, γιατί ο πατέρας μου ήταν οδοντίατρος, απλώς δεν σκεπτόταν ότι υπάρχει και μία άλλη προοπτική, μουσική, μπροστά. Εγώ, επίσης, είχα τη μουσική μέσα μου. Ήταν η πρώτη ύλη, ακατέργαστη ύλη! Σπούδαζα στο ωδείο, αλματωδώς προχώραγα, γιατί είχα πολύ “αυτί”! Και όταν κατάλαβα ότι έπρεπε κάτι να κάνω μετά το γυμνάσιο, να φανταστείς ότι, ενώ ήμουνα στο ωδείο, έπαιζα πιάνο στη Σχολή Μπαλέτου, να χορεύουν οι κοπέλες για να βγάζω κάποιο χαρτζιλίκι, να αποδείξω στους δικούς μου, σιγά-σιγά, ότι όντως υπάρχει ένα επάγγελμα! Ο πατέρας μου δεν μου είπε ποτέ όχι σε τίποτα, αλλά εγώ ήθελα να του κάνω έκπληξη. Και, παράλληλα με το ωδείο, έπαιζα στη Σχολή με τις ώρες και, μάλιστα, έπαθα υπερκόπωση στα χέρια, γιατί ήταν πολύ νωρίς για να παίζω τέτοια πράγματα, ήμουν ακόμα στη μέση. Ο πατέρας μου ήθελε να με κάνει επιστήμονα, επαρχία τότε... Μετά το πρόβλημα που είχα με τα χέρια μου, δεν μπορούσα να συνεχίσω τις σπουδές για κλασικός πιανίστας, γιατί έπαθα υπερκόπωση –ήταν πολύ άγουρα τα χέρια μου–, και ο γιατρός μού είπε για ένα χρόνο να μην ακουμπήσω το πιάνο. Ήταν ευκαιρία για εμένα. Μετά το γυμνάσιο, λέω του πατέρα μου να κάνω μια “βόλτα”, πριν αποφασίσω τι θα κάνω. Τότε είχα μανία με τις γλώσσες, να μαθαίνω γλώσσες. Πέρασα δύο μήνες στην Ιταλία, ψάχνοντας για κάτι που το είχα μέσα μου, αλλά δεν ήξερα να το εκφράσω. Πάω στη Γερμανία, μαθαίνω και λίγα γερμανικά. Πάω στην Αγγλία, δεν μου άρεσε στο Λονδίνο. Και καταλήγω στο Παρίσι. Κι εκεί λέω: «Εδώ είναι! Εδώ θα μείνω!». Και γυρίζω πίσω και κάνω φροντιστήριο και μπαίνω στα Νομικά για χατίρι του πατέρα μου! Τον σεβόμουν, είχαμε μια ήρεμη ζωή, οικογενειακή ζωή, δεν έχω κανένα παράπονο. Παίρνω αναβολή, πάω στο Παρίσι ξανά. Το πρώτο ήταν μια επίσκεψη, μετά πήγα στο Παρίσι να κάτσω εκεί. Ξεκινάω να κάνω διάφορες οντισιόν σαν πιανίστας κλπ. στο γαλλικό τραγούδι – το ’χα μέσα μου φαίνεται! Άρχισα να βλέπω ότι ο κόσμος ενδιαφερόταν για μένα, τους άρεσα! Και ενώ είχα αναβολή, αντί να μείνω στο Παρίσι χρόνια, κόβω την αναβολή, γυρίζω πίσω, κάνω το στρατιωτικό μου, τελειώνω το στρατιωτικό μου. Και μετά γύρισα στο Παρίσι πια. Είχα κάνει, λοιπόν, το χατίρι του πατέρα μου να γίνω και δικηγόρος!

Δεκάδες τραγούδια που συνθέσατε στη γειτονική χώρα στις αρχές της δεκαετίας του 1960 αγαπήθηκαν από τους γάλλους φοιτητές. Όταν φεύγατε από την Αθήνα για το Παρίσι, μπορούσατε να φανταστείτε ότι θα γνωρίζατε τόσο μεγάλη επιτυχία στην Πόλη του Φωτός;

Την επιτυχία ποτέ δεν την καταλάβαινα, γιατί εγώ έκανα αυτό που αισθανόμουν. Δεν έκανα με σκοπό να πετύχει! Έπρεπε να εκφραστώ, ήταν έκφραση για μένα! Και παραμένει έκφραση η μουσική. Δεν είναι προγραμματισμός να πετύχω κάτι, να φτάσω κάπου. Συγκεκριμένα, να πάρω ένα χρυσό δίσκο ή να κάνω κάτι που θα αρέσει στον κόσμο. Είναι έκφραση, όπως τρως, όπως κάνεις έρωτα, όπως τα πάντα. Είναι μία ανάγκη!

Τα τραγούδια σας ερμήνευσαν μεγάλες σταρ της διεθνούς σκηνής, όπως η Μπριζίτ Μπαρντό. Τι θυμάστε από τη συνεργασία σας με την εθνική σταρ της Γαλλίας;

Η Μπαρντό ήταν περιτριγυρισμένη από πολύ κόσμο. Ήταν ένα ίνδαλμα τότε, απρόσιτη. Με τον στιχουργό που δουλέψαμε, ήταν φίλος της. Στην ταινία Ιδιωτική μου Ζωή (1962), του Λουί Μαλ, έλεγε το Sidonie με την κιθάρα της. Μετά είπε άλλα τρία. Αλλά δεν είχα άμεση επαφή, όπως είχα με τη Ζυλιέτ Γκρεκό, που έχει τραγουδήσει είκοσι τραγούδια, γάλλους ποιητές. Καλά, η Μπαρντό ήταν το όνομα, το μεγαλύτερο όνομα... Λες: «Και η Μπαρντό μού έχει πει τραγούδια...», αλλά η μεγάλη μου αγάπη ήταν με ανθρώπους της αριστερής όχθης του Σηκουάνα: Πιέρ Κολομπό (σ.σ.: ελβετός μαέστρος), Κατρίν Σοβάζ (σ.σ.: γαλλίδα τραγουδίστρια και ηθοποιός), σπουδαίοι της εποχής, του γαλλικού ποιοτικού τραγουδιού... Ήταν μια εποχή που δεν μπορώ να τη “βρω”! Πρώτα απ’ όλα, η αντιμετώπιση των Γάλλων είναι διαφορετική. Υπάρχει μια αξιοκρατία στη Γαλλία. Δηλαδή, έχεις κάνει κάτι, καταγράφεται στην Ιστορία, στην Ακαδημία. Έχω δίσκους-συμμετοχές, με διάφορα βραβεία κλπ. Αυτά γράφονται αιωνίως στη Γαλλία! Δεν ξεχνιέται! Και να λείψω πενήντα χρόνια, είμαι καταγεγραμμένος! Εδώ, έναν χρόνο να λείψει, χάθηκε ο τάδε!

Είναι ευλογία για εμάς ότι αποφασίσατε να επιστρέψετε στην Ελλάδα και να προσφέρετε τον συνθετικό σας οίστρο σε έλληνες στιχουργούς και ποιητές! Πώς πήρατε, όμως, την απόφαση να εγκαταλείψετε την καριέρα σας στη Γαλλία, αφού η μια επιτυχία διαδεχόταν την άλλη;

Δεν είχα αποφασίσει να επιστρέψω, γιατί έμενα στη Γαλλία. Δεν την εγκατέλειψα! Πηγαινοερχόμουν. Ερχόμουν καλοκαίρια στην Ελλάδα και καλοκαίρια έκανα τους δίσκους μου. Το χειμώνα ήμουν στη Γαλλία εγκατεστημένος. Αισθανόμουν ότι εκεί ανήκα. Και είχα μόνο γαλλικό κύκλο, ήμουν μέσα στις μπουάτ τις γαλλικές. Πήγαινα πολύ καλά, όμορφα. Τρομερές εμπειρίες! Γνώρισα σπουδαίους ανθρώπους, ποιητές, τον Λουί Αραγκόν (σ.σ.: γάλλος συγγραφέας και ποιητής), την Μπαρμπαρά την τραγουδίστρια. Οι Έλληνες δεν ξέρουν τι σήμαινε το γαλλικό τραγούδι τότε. Ξέρουνε τον Ζιλμπέρ Μπεκό (σ.σ.: γάλλος συνθέτης και τραγουδιστής), το εμπορικό... Το Παρίσι είναι χωρισμένο σε δύο όχθες: αριστερή και δεξιά. Στην αριστερή ήταν όλη η κουλτούρα με τη σωστή έννοια, όχι εντός εισαγωγικών, με την πραγματική έννοια – και από την άλλη ήταν το “εμπόριο”. Οι εμπορικοί πηγαίνουν σε όλον τον κόσμο. Η κουλτούρα, η πραγματική κουλτούρα του Σηκουάνα έμενε στις μπουάτ αυτές, που δημιούργησαν σπουδαίους και σπουδαία κινήματα, λογοτεχνικά και ποιητικά. Ήμουν μέσα στην καρδιά του! Ό,τι καλύτερο μπορούσε να τύχει στη ζωή μου! Ήμουν πολύ τυχερός, με λίγα λόγια!

Τυχερός, αλλά και εξαιρετικά ταλαντούχος...

Το ταλέντο πολλοί το έχουν! Αλλά εγώ δεν ήξερα αν είχα ταλέντο, γιατί υπάρχουν πολλοί, καλύτεροι από εμένα! Θαυμάζω πολύ κόσμο! Αλλά, απλώς, από ένστικτο κάνω αυτό που νιώθω. Δεν κάνω δεύτερη σκέψη: «Να κάνω το ένα, να κάνω το άλλο;». Ακολουθώ το καλλιτεχνικό μου ένστικτο...


Εκτός από θεμελιωτής, είστε και ο εμπνευστής του όρου Νέο Κύμα. Πώς καταλήξατε σ’ αυτήν την ονομασία, για να χαρακτηρίσετε το νέο είδος μουσικής που φέρατε στην Ελλάδα στα μέσα της δεκαετίας του 1960;

Αυτό έγινε γιατί, σε ένα από τα καλοκαίρια που ερχόμουν στη Γαλλία –τα δύο πρώτα χρόνια δεν είχα έρθει καθόλου–, γύρω στο ’61, γνώρισα τον Πατσιφά μέσω του Γιώργου Παπαστεφάνου, που τον γνώρισα σαν δημοσιογράφο τότε (σ.σ.: μετέπειτα στιχουργός των μεγαλύτερων νεοκυματικών επιτυχιών του), και έπαιξα κάποια θέματα μουσικά που είχα –μου είχαν έρθει στο μυαλό–, που δεν ήταν για την Ελλάδα... Και ο Αλέκος Πατσιφάς της Lyra είδε ότι κάτι θα συνέβαινε με εμένα! Και μου είπε: «Φύγε για τη Γαλλία και το επόμενο καλοκαίρι θα ξεκινήσουμε τη “Lyra”». Ήθελε να κάνει δισκογραφική εταιρία και έψαχνε έναν συνθέτη για να ξεκινήσει κάτι. Και έτυχε να ’μαι εγώ και ο Νότης Μαυρουδής, αμέσως μετά. Έτσι ξεκίνησε τα πρώτα νούμερα της Lyra – ήταν δικά μας! Μετά την πρώτη κυκλοφορία, το Μια Αγάπη για το Καλοκαίρι (1964) με τη Χωματά, που ήταν 17 χρονών τότε. Εγώ δεν πήρα καμιά φίρμα – που υπήρχαν πολλές φίρμες τότε της εποχής. Εγώ ήθελα νέο “πράγμα”, ήθελα κάτι άλλο να κάνω στην Ελλάδα. Δεν ήθελα να μιμηθώ ούτε Χατζιδάκι ούτε Θεοδωράκη. Τους θαύμαζα, χωρίς να μου ανήκουν. Τους θεωρώ σπουδαίους, αλλά εγώ είχα άλλα πρότυπα. Στη Γαλλία είχα γνωρίσει τον Μισέλ Λεγκράντ (σ.σ.: γάλλος συνθέτης), είχα γνωρίσει άλλα πράγματα. Λοιπόν, και οι πρώτοι μας δίσκοι, το Μια Αγάπη για το Καλοκαίρι (1964), το Μια φορά θυμάμαι (1966) κλπ. κάνανε εντύπωση τότε, στο κοινό το ελληνικό. Και άρχισαν να λένε: «Κάτι καινούργιο υπάρχει στο ελληνικό τραγούδι!». Το “αρπάζει” ο Πατσιφάς, μου λέει: «Γιάννη, υπάρχουν κάτι κριτικές πολύ ευνοϊκές γι’ αυτό που κάνουμε τώρα, αυτήν τη στιγμή. Πρέπει να του βάλουμε έναν τίτλο!». Και μου ήρθε στο μυαλό! Τότε η νουβέλ βαγκ του σινεμά ήταν στα ύψη, ήταν το κορύφωμά της. Και λέω: «Γιατί δεν το κάνουμε νουβέλ βαγκ;». «Νέο κύμα» είναι η μετάφραση του νουβέλ βαγκ!

Πριν λίγους μήνες η Καίτη Χωματά “έφυγε” από κοντά μας. Έχει χαραχτεί στη μνήμη μας ως η πιο αντιπροσωπευτική φωνή του Νέου Κύματος! Τι ήταν αυτό που σας οδήγησε να την επιλέξετε για να ερμηνεύσει το πρώτο σας ελληνικό τραγούδι, το Μια Αγάπη για το Καλοκαίρι, το 1964;

Όταν ήρθα, υπήρχαν πολλές σπουδαίες τραγουδίστριες. Εγώ ήθελα κάτι άλλο. Έπρεπε να βρω κάτι και έψαχνα και φωνές. Άκουσα τυχαία την Καιτούλα, την έφερε ο Παπαστεφάνου στον Πατσιφά. Την ακούω και λέω: «Τη θέλω! Είναι η μούσα μου! Είναι η τραγουδίστριά μου!». Μετά, τυχαία άκουσα τον Βιολάρη, παίρνω τον Βιολάρη! Τον Πουλόπουλο, τον Γιάννη τον Πουλόπουλο, τότε κανείς δεν τον ήθελε. Ήταν καινούργιος, είχε μια σπουδαία φωνή. «Είναι πολύ ωραίος, αλλά δεν θα πουλήσει» μου λένε. «Τον θέλω!». Και τον βάζω σε ένα 45άρι, στο Μια φορά μονάχα φτάνει, τον βάζω μετά και στην Ανθολογία μου, Πρώτη (1967) και Δεύτερη (1968). Και μετά, ο Μίμης (Πλέσσας), ο φίλος μου, τον πήρε και έκανε τον Δρόμο (1969). Έχω το ένστικτο φαίνεται να γνωρίζω το ταλέντο του άλλου!

Πόσο σημαντική ήταν η συνάντησή σας με τον Αλέκο Πατσιφά, διευθυντή της νεοσύστατης τότε εταιρίας δίσκων Lyra, για την κυκλοφορία των πρώτων σας ελληνικών τραγουδιών; Συνήθως, οι εκπρόσωποι του έντεχνου τραγουδιού δηλώνουν την απογοήτευσή τους για τις σημερινές δισκογραφικές εταιρίες…

Ο Πατσιφάς είχε το ένστικτο να ανακαλύπτει ταλέντα. Ας πούμε, τον Σαββόπουλο ποιος τον ανακάλυψε; Ο Πατσιφάς! Έτσι δεν είναι; Ο Πατσιφάς είναι ο μόνος που δημιούργησε το καθαρό ελληνικό τραγούδι, διαχρονικά ελληνικό και διαχρονικό τραγούδι. Εγώ έτυχε να πέσω στις κατάλληλες εποχές, την κατάλληλη στιγμή. Έτσι φαίνεται! Γιατί δεν ζούσα συνέχεια στην Ελλάδα, πηγαινοερχόμουν. Μέχρι τη δεκαετία του ’70, ήμουν μεταξύ Γαλλίας και Ελλάδας. Χειμώνα στη Γαλλία, καλοκαίρια εδώ. Λοιπόν, κι έτσι, είχα πιο καθαρό μυαλό. Δεν επηρεαζόμουν από μόδες, έγνοιες δημοσιογράφων, κοινού κλπ. Έκανα ό,τι μου κατέβαινε! Και ο Πατσιφάς είναι κι αυτός “τρελός”! Ένας καλλιτέχνης πρέπει να κουβαλάει μια “τρέλα”. Ο ορθολογιστής δεν κάνει Τέχνη, κάνει εμπόριο, κάνει κάτι άλλο. Σηκώνει “τρέλα” το πράγμα!


Τρεις Ανθολογίες, τρεις δίσκοι με τραγούδια ελλήνων ποιητών, το 1967, το 1968 και το 1975! Δεν ήταν μια δύσκολη απόφαση για έναν παραγωγό, ακόμα και τότε, να επενδύσει χρήματα σε δίσκους που, εκ πρώτης όψεως, φαίνονταν μάλλον ασύμφοροι οικονομικά;

Μα ο Πατσιφάς δεν κοίταζε το εμπόριο! Ήθελε να κάνει πράγματα! Είχε τον Ίκαρο, τον εκδοτικό οίκο. Είχε όλους τους μεγάλους ποιητές. Δηλαδή ήταν άνθρωπος της πραγματικής κουλτούρας. Δεν ήταν “νεοκουλτουριάρης”, δεν ήταν “ψεύτης”. Όλη του η παρέα ήταν μεγάλοι ποιητές και μεγάλοι ζωγράφοι. Λοιπόν, αυτό που τον ενδιέφερε ήταν να το μεταφέρει και στο τραγούδι αυτό που ήξερε το κοινό το δικό του. Και δεν ήταν του “εμπορίου”, όπως ήταν οι άλλες εταιρίες δίσκων. Γι’ αυτό και δεν έκανε λαϊκό. Πάντα έψαχνε το κάτι άλλο. Κάτι αληθινό, κάτι καινούργιο. Έβλεπε λίγο περισσότερο στο μέλλον από τον άλλον...

Ποιήματα του Νίκου Καββαδία (Ιδανικός κι Ανάξιος Εραστής), του Σωτήρη Σκίπη (Άσπρα Καράβια), του Γιάννη Σκαρίμπα (Σπασμένο Καράβι) και του Νίκου Καρύδη (Αν είσαι...) έγιναν γνωστά στους Έλληνες χάρη στις μελωδίες σας... Είχατε πιστέψει εξ αρχής ότι η μελοποίηση ποιημάτων θα έδινε και τραγούδια που θα ξεχώριζαν και θα άντεχαν στο χρόνο;

Στη διάρκεια του χρόνου γίνανε αγαπητά. Όταν πρωτοβγήκανε, δεν ήταν! Τότε ήταν της μόδας να μελοποιείς Ρίτσο, Ελύτη και Σεφέρη, αλλά εγώ δεν ήθελα να ακολουθήσω τη μόδα των μεγάλων ποιητών, να μελοποιήσω ένα έργο. Εγώ έκανα τραγούδια! Εγώ έψαχνα να κάνω τραγούδια από τα ποιήματα. Για ποιο λόγο να βάλω μουσική υπόκρουση σε ένα μεγάλο ποίημα; Μόνο ο Θεοδωράκης μπορούσε να το κάνει αυτό! Σε ελεύθερο στίχο, να κάνει αυτό τα μεγαλειώδη πράγματα. Αλλά εγώ δεν ήθελα να μιμηθώ όλους αυτούς που είχαν ήδη κάνει έργα. Είχαν μελοποιήσει ποιητές όχι με σοβαροφάνεια, με σοβαρότητα. Εγώ ήθελα να κάνω τραγούδια! Ήθελα να ψάξω την ελληνική ποίηση, για να ψάξω τα ποιήματα και όχι τους ποιητές. Ψάχνοντας να βρω αυτό που μπορώ να κάνω εγώ. Όχι ότι πρέπει να το κάνω επειδή είναι του Ρίτσου ή επειδή είναι του Σεφέρη – γιατί το είχαν κάνει άλλοι! Θέλει μια υπερβολική προσωπικότητα, όπως είναι ο Μίκης (Θεοδωράκης) να επιβάλει ό,τι θέλει. Γιατί σηκώνει τα χέρια του ο Μίκης και όλη η Ελλάδα τραγουδάει! Αυτό δεν το έχω εγώ! Εγώ είμαι καθημερινός άνθρωπος. Ο Μίκης δεν είναι, έχει άλλο μεγαλείο. Έχει μεγαλείο ο Μίκης! Εγώ, απλώς, κάνω τραγούδια αγάπης και ψυχής! Ο κόσμος δεν ξέρει ότι το Άσπρα Καράβια δεν είναι τραγούδι και είναι ποίημα!

Πάντως, τώρα όλοι λένε ότι ο Καββαδίας είναι από τους μεγαλύτερους έλληνες ποιητές και ήσασταν ο πρώτος που μελοποίησε ποίημά του (σ.σ.: το Ιδανικός κι Ανάξιος Εραστής το 1975)...

Έτυχε να τον ανακαλύψω εγώ!

Επιμεληθήκατε την ενορχήστρωση τραγουδιών του Μάνου Χατζιδάκι σε έναν δίσκο του με στίχους του Νίκου Γκάτσου, το Της Γης το Χρυσάφι, το 1971! Θα μπορούσατε να πείτε ότι η ενορχήστρωση αριστουργημάτων του Χατζιδάκι, όπως το Χασάπικο 40 και το Αγάπη μέσα στην Καρδιά, επέδρασε θετικά στη μετέπειτα πορεία σας ως συνθέτη; Πολλοί είναι εκείνοι που διακρίνουν στις μελωδίες σας την ίδια ευαισθησία με εκείνη που χαρακτηρίζει τα τραγούδια του αξέχαστου Μάνου...  

Πολλοί με “πλησιάζουν” στον Χατζιδάκι και είναι κατανοητό, γιατί και ο Μάνος έκανε μουσική, ήταν συνθέτης, είχε ευαισθησία, ήταν μεγάλο ταλέντο. Όχι ταλέντο, ήταν μεγαλειώδης ο Μάνος! Έφερε στον ελληνικό λαό, στην Ελλάδα μια μουσική που αγγίζει την ψυχή, δεν ήταν το εμπορικό τραγούδι ποτέ. Έκανε κάτι εμπορικά τότε, εντάξει...

Για τον ελληνικό κινηματογράφο...

Και λοιπόν; Κι αυτά είχαν ταλέντο. Ακόμα κι αυτά! Ίσως επειδή έπαιζε το πιάνο ο Χατζιδάκις πολύ. Εγώ παίζω ένα “δικό μου” πιάνο... Δεν είμαι πιανίστας, αλλά έχω έναν ήχο. Κάπου μας “πλησιάζουν” στις ευαισθησίες. Αλλά ο Μάνος είναι μέγας! Εγώ δεν είμαι μέγας... Είμαι καλός, όμως!

Πιστεύω, πάντως, ότι πολλές από τις συνθέσεις σας έχουν την ευαισθησία και την ομορφιά εκείνων του Μάνου...

Ο Μάνος ήταν πιο εγκεφαλικός, ήταν της λεπτομέρειας. Εγώ θέλω τα τραγούδια να μιλήσουν κατευθείαν στην ψυχή και όχι στο μυαλό. Είμαστε διαφορετικοί κόσμοι. Παρόλο που μας “πλησιάζουν”, τελείως διαφορετικοί. Αλλά τον σέβομαι και τον θαυμάζω!


Πώς εμπνευστήκατε εκείνη την ανεπανάληπτη, μαγευτική μουσική για την ταινία Εκείνο το Καλοκαίρι (1971), η οποία κέρδισε και το Πρώτο Βραβείο Μουσικής στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης; Είχατε επηρεαστεί από τη ρομαντική ιστορία που θα εκτυλισσόταν στο κινηματογραφικό πανί, με το θάνατο της πρωταγωνίστριας από καρκίνο;

Το σενάριο ήταν γνωστό, όπως ήταν το Love Story. Εγώ δεν ξέρω τι ταινία θα βγει, αλλά μπαίνω μέσα στην ψυχή των προσώπων, των ηθοποιών που βιώνουν αυτό το πράγμα... Αυτή η πάλη της αρρώστιας, της αγάπης, του έρωτα, όλα αυτά... Η έμπνευση είναι λίγο φαντασίωση, εδώ που τα λέμε. Το Love Story ανήκει σε όλους μας. Είναι μια καθημερινή σχεδόν ιστορία. Υπάρχει έρωτας, ευαισθησία και απόγνωση. Η μουσική θέλει και τα τρία! Θέλει χαζοχαρούμενα πράγματα; Όχι! Θέλει απόγνωση, μοναξιά, έρωτα –έντονα–, απόρριψη... Όλα αυτά είναι μουσική για μένα!

Στο ρεπερτόριο της καριέρας σας, μιας καριέρας περίπου μισού αιώνα, μπορεί κάποιος να βρει και τραγούδια που έγιναν επιτυχίες χωρίς να έχουν εκείνη τη σπάνια ευαισθησία που συνήθως χαρακτηρίζει τις μελωδίες σας, όπως το Θέλω τα Ώπα μου (1966) και το Τη Βραδιά μου Απόψε (1967) ή το Ναύτης βγήκε στη Στεριά (1977) και το Ρίξε στο Κορμί μου Σπίρτο (1992). Θα μπορούσατε να πείτε πως είχατε κάποιους ενδοιασμούς πριν την κυκλοφορία τους ή ότι έχετε μετανιώσει για κάποιο από αυτά τα πιο ελαφρά τραγούδια;

Καθόλου! Εγώ σέβομαι τις “λαϊκούρες” μου! Αφού είμαι “αλανιάρης”! Πάω παντού! Μου αρέσουν τα κουτούκια, μου αρέσουν τα λαϊκά στέκια. Ίσως και γι’ αυτό διαφέρω τόσο πολύ! Μάλλον δεν διαφέρω, είμαι τόσο καθημερινός που άλλοι μου λένε: «Έλα, μωρέ, δεν είναι δυνατόν, εσύ είσαι; Ο ίδιος είσαι;». Εγώ, όταν έκανα το Νέο Κύμα, το πρωινό πήγαινα στην Παραλία, στις Τζιτζιφιές κλπ. Είχα ακούσει τον Γιάννη Παπαϊωάννου, τον είχα προλάβει με το μπαγλαμαδάκι. Πήγαινα σε όλα τα κουτούκια. Εκεί κατάλαβα τι σημαίνει Λαός! Το ελληνικό κοινό είναι τόσο σεβαστό, όσο δεν φαντάζεσαι! Όχι οι ειδήμονες! Οι άλλοι! Οι ειδήμονες δεν ξέρουν τίποτα! Μιλάνε και δεν νιώθουν τίποτα! Ξέρουν και δεν νιώθουν! Ο Λαός νιώθει και “τιμωρεί”!

Θα μπορούσε κάποιος στη θέση σας να είχε κάνει επάγγελμα αυτά τα τραγούδια και αντί να είναι τέσσερα, να είναι εκατό, και να είχατε γίνει πλούσιος...

Α, ναι... Θα μπορούσα να θησαυρίσω! Αλλά εγώ δεν ήξερα τι έκανα, ότι ήταν εμπορικό! Απλώς, έκανα το κέφι μου!

Στη μεγάλη συναυλία στο Παναθηναϊκό Στάδιο που αφιερώθηκε στη μουσική σας διαδρομή, ερμήνευσαν τραγούδια σας, μεταξύ άλλων, η Πέγκυ Ζήνα, ο Αντώνης Ρέμος και ο Κώστας Καραφώτης. Να υποθέσουμε ότι ο ρατσιστικός διαχωρισμός μεταξύ εμπορικών και έντεχνων τραγουδιστών σάς βρίσκει αντίθετο;

Δεν είμαι έντεχνος εγώ! Μα δεν ανήκω στους έντεχνους, προς Θεού! Είμαι αυθόρμητος, δεν είμαι έντεχνος. Είμαι μουσικός, είμαι συνθέτης, δεν βάζω ετικέτα σε ό,τι κάνω! Γι’ αυτό και έχω κάνει και λαϊκά, έχω κάνει τα πάντα! Πρώτα απ’ όλα, δεν καταλαβαίνω ποιος είναι ο έντεχνος! Εξήγησέ μου τι πάει να πει έντεχνος συνθέτης...

Νομίζω ότι αυτό το χρησιμοποιούν σε αντίθεση με το εμπορικό, δηλαδή ότι το έντεχνο είναι άλλης ποιότητας τραγούδι...

Δηλαδή, σνομπάρουμε υπέρ τίνος; Πες μου, για ποιο λόγο σνομπάρουμε το καθημερινό πράγμα; Για κάποιους εκλεκτούς; Οι εκλεκτοί, ένας-ένας, σβήνουν! Τι πάει να πει “εκλεκτός”; Δεν κατάλαβα! Εγώ αγριεύομαι με το «έντεχνο»! Ο Ζαμπέτας ήταν ο πιο έντεχνος από όλους! Πρέπει να αγαπάς το Λαό! Δεν υπάρχει “ύφος”, δεν υπάρχει “δήθεν” για μένα. Υπάρχει μόνο η αλήθεια! Οι “δήθεν” τα λένε αυτά και τα σκέφτονται. Εγώ είμαι αληθινός και γουστάρω τα πάντα! Οι κριτικοί βάζουν ετικέτες, γιατί τους βολεύει! Να σου πω και κάτι; Στο Στάδιο, όλοι οι “δικοί μου”, σε όσους απευθύνθηκα να ’ρθουν να τραγουδήσουν τραγούδια μου, κανείς δεν ήρθε... Μόνο ο Σταμάτης (Κόκκοτας) δέχθηκε. Κανένας από τους πρώτους ερμηνευτές δεν δέχτηκε να ’ρθει μαζί μου στο Καλλιμάρμαρο! Κι εγώ, χωρίς να “κολώσω”, λέω θα πάρω παιδιά που αγαπάνε κι εμένα, και τη μουσική, και γενικά τη ζωή μου. Μου αρέσει πάρα πολύ η Πέγκυ Ζήνα, πειράζει; Μπορεί να μην ξέρω το ρεπερτόριό της, αλλά μου αρέσει. Ο Καραφώτης μού αρέσει πολύ. Ο Ρέμος, αγάπη μου είναι. Δηλαδή, δεν κατάλαβα... Αφού οι πρώτοι ερμηνευτές δεν δέχονται να ’ρθουν μαζί μου, με τον συνθέτη τους, κι εγώ θα απευθυνθώ αλλού!


Πριν από λίγα χρόνια είχατε συμμετάσχει σε ένα talent show ως κριτής – κάτι που σχολιάστηκε αρνητικά από ορισμένους αρτηριοσκληρωτικούς αρθρογράφους του Τύπου...

Καλά να πάθουνε! Εγώ μια χαρά πέρασα! Με “καρφώνανε” διάφοροι, αλλά αυτοί “καρφώνουν” όλον τον κόσμο. Ο Ψινάκης είναι φίλος μου, αυτός με έπεισε. Λέω: «Με τον Ψινάκη θα περάσω καλά, γιατί είναι το πιο έντιμο άτομο που έχω γνωρίζει στη ζωή μου». Δεν καταλαβαίνει ο κόσμος πόσο έντιμος και πόσο αξιοκράτης είναι –έχει την αξιοκρατία μέσα του–, πόσο σέβεται και πόσο αυτοσαρκάζεται. Αυτό είναι μεγάλη φιλοσοφία!

Θεωρείτε πως οι νέοι ταλαντούχοι άνθρωποι στο χώρο πρέπει να αναζητούν την άμεση αναγνώριση συμμετέχοντας σε τέτοιους διαγωνισμούς;

Ένας άνθρωπος που έχει το τραγούδι μέσα του δεν ξέρει πού θα πάει! Υπάρχουν εταιρίες δίσκων; Υπάρχει καμία πρόταση; Πού; Πώς να πάει; Θα είναι μια ευκαιρία να περάσει μια δοκιμασία, σκληρή δοκιμασία, να τους ακούσει κάποιος. Ίσως να έχουν μία τύχη. Αλλιώς δεν θα υπήρχαν πουθενά! Γιατί να μη δοθεί η ευκαιρία σε αυτούς; Βέβαια, οι σταθμοί πλουτίζουν από αυτό το πράγμα. Αλλά η νεολαία που πάει, οι άνθρωποι που πάνε, που έχουν το τραγούδι στην ψυχή τους, δως τους το δικαίωμα και όπου πάει, πετύχει – δεν πετύχει. Για ποιο λόγο το απορρίπτουν όλοι “της πολυθρόνας”; Οι “πολυθρονάτοι” απορρίπτουν τα talent show! Πρέπει να περπατάς συνέχεια, για να καταλάβεις ότι στη νεολαία υπάρχουν όνειρα, υπάρχουν ταλέντα, υπάρχουν και ατάλαντα άτομα, αλλά που έχουν το δικαίωμα να ρισκάρουν κάτι. Γιατί τους απορρίπτεις; Για ποιο λόγο;

Υπάρχει κάποιος νέος τραγουδιστής (ή κάποια νέα τραγουδίστρια) που ξεχωρίζετε και θα θέλατε να συνεργαστείτε;

Βγαίνουνε συνέχεια, αλλά υπάρχουν κάποιες τραγουδίστριες από την τελευταία γενιά όπως είναι η Μελίνα Κανά, μου αρέσει πάρα πολύ! Επίσης, η Μάρθα Φριντζήλα. Μου αρέσει πάρα πολύ και ο Αλκίνοος Ιωαννίδης, τρομερός!

Πώς προέκυψε η συνεργασία σας με τον Μάνο Χατζιδάκι στο δίσκο Της Γης το Χρυσάφι, το 1971;

Τότε έλειπε στη Ρώμη. Εγώ ήμουν στο σπίτι με τον Νίκο Γκάτσο. Μ’ αγαπούσε ο Γκάτσος και, παρόλο που δεν μελοποίησα ποτέ δικό του στίχο, με γούσταρε!

Η μελοποίηση δεν έγινε από λόγους συγκυριακούς ή δεν θέλατε να μελοποιήσετε στίχους του Νίκου Γκάτσου;

Εγώ ήθελα στίχο που να είναι συγκινησιακός και όχι εγκεφαλικός. Ο Γκάτσος ήταν πολύ εγκεφαλικός και ταίριαζε με τον Μάνο τέλεια! Εγώ ήθελα να κάνω τραγούδια ψυχής και σώματος, που λέμε, και όχι μυαλού! Φαίνεται ότι ο Χατζιδάκις με εμπιστεύτηκε, γιατί τον πρώτο δίσκο, όσο έλειπε, τον έκανε ο Μούτσης (σ.σ.: ο Δήμος Μούτσης ενορχήστρωσε τον δίσκο Επιστροφή το 1969). Είχε αφήσει ταινίες με μουσικές του στον Λαμπρόπουλο (σ.σ.: τον Τάκη Λαμπρόπουλο, διευθυντή της δισκογραφικής εταιρίας Columbia) στην Columbia. Και όσο έλειπε, ο Λαμπρόπουλος ανέθεσε στον Μούτση –μέσω Χατζιδάκι, βέβαια– να κάνει τον πρώτο δίσκο. Μετά, πήγε τόσο καλά αυτός ο δίσκος με τον Μούτση –ενορχήστρωση Μούτση–, που ο Χατζιδάκις λέει: «Να το κάνει ο Σπανός. Με φωνάζει ο Γκάτσος, πάω σπίτι του και προσπαθούσα από την μαγνητοταινία με τα υπόλοιπα... Τα καλύτερα τα ’χε πάρει ο Μούτσης! Αμέσως, σε μια σειρά από μουσικές, με την πρώτη ακρόαση παίρνεις το φανερά καλύτερο. Εγώ, μετά, έψαξα τα υπόλοιπα και βρήκα εξίσου καλά! Ο Γκάτσος έπρεπε να κάνει τον στίχο. Ήμουν, λοιπόν, στο σπίτι του Γκάτσου και μιλάγαμε με τον Μάνο στο τηλέφωνο και μου λέει: «Γιάννη, σου έχω εμπιστοσύνη!». Κι εγώ, βέβαια, είχα μεγάλο σεβασμό όχι στο όνομά του, στην ουσία του. Ήταν σπουδαίος, πολύ σπουδαίος και έπρεπε κι εγώ να κάνω κάτι που να τον “φτάσω” λίγο, να μην τον "προδώσω". Αλλά να μην γίνω κι εγώ τελείως “ξένο σώμα”! Κι έβαλα και κάτι δικά μου, “δαχτυλισμούς” κλπ... Δεν έχω κάνει ποτέ ενορχηστρώσεις άλλων...

Μόνο για τον Χατζιδάκι...

Ε, βέβαια! Δεν θεωρώ πως είμαι ενορχηστρωτής. Εγώ είμαι ένας συνθέτης, ο οποίος κάνει τα δικά του – τίποτα παραπάνω!

Προκαλεί εντύπωση ότι δεν είπε ποτέ τραγούδια σας σε πρώτη εκτέλεση η Νάνα Μούσχουρη, επίσης εξαιρετικά δημοφιλής στη Γαλλία. Πώς και δεν έτυχε να συνεργαστείτε;

Είχα πάει σπίτι της στη Γαλλία και της παρουσίασα το Πες πως μ’ αντάμωσες, πριν το δώσω στον Σταμάτη Κόκκοτα! Αλλά ο άντρας της –ήταν ο Πετσίλας τότε, ο κιθαρίστας– δεν με δέχτηκε. Δηλαδή δεν τους άρεσε και δεν ξαναπήγα στη Νάνα! Γιατί ήμουν τότε με σπουδαίους γάλλους τραγουδιστές. Η Μούσχουρη, για μένα, ήταν μια ελληνίδα που τραγούδαγε. Ενώ τραγούδησε Μούτση, εμένα δεν με τραγούδησε ποτέ... Εγώ δεν της κρατάω κακία! Αλλά, όταν έχω την Ζυλιέτ Γκρεκό που με έχει τραγουδήσει, δεν μου λείπει η Νάνα! Εγώ τη χόρτασα τη Νάνα σε ξένα τραγούδια, ήταν καταπληκτική! Σε ελληνικά δεν νμου άρεσε ιδιαίτερα, είχε μια προφορά... Αλλά στα γαλλικά ήταν τέλεια!

Εκτός από τη Νάνα Μούσχουρη, και η Μελίνα Μερκούρη είχε μια ιδιαίτερη σχέση με τη Γαλλία...

Η Μελίνα με τραγούδησε στα γαλλικά! Les Bateaux de Samos (1972). Στα  γαλλικά σημαίνει Τα πλοία από τη Σάμο. Είναι μουσική από Εκείνο το Καλοκαίρι (1972), το Μαζί σου στην Ακρογιαλιά. Λόγω δικτατορίας τότε, η Μελίνα δεν ερχόταν στην Ελλάδα και την είχα επισκεφτεί στο σπίτι της στη Γαλλία με τον γάλλο Μορίς Φανόν. Ήταν τραγουδοποιός, έκανε και δικά του, και μουσικές και στίχους, και ήμασταν στενοί φίλοι και συνεργάτες. Είχαμε κάνει και άλλα τραγούδια με τον Μορίς. Και πήγαμε στη Μελίνα. Η Μελίνα δυο-τρία χρόνια ήταν εγκατεστημένη στο Παρίσι με τον Ζυλ Ντασσέν. Και πήγαμε ένα απόγευμα σπίτι της και μείναμε μέχρι το βράδυ. Γιατί ήταν μια τρομερή προσωπικότητα, μια λαχτάρα για την Ελλάδα! Και πώς βγήκε αυτό το τραγούδι; Είχε τέτοια λαχτάρα να ’ρθει στην Ελλάδα... Δεν μπορούσε να ’ρθει. Ήθελε, δεν μπορούσε. Και πήγαινε στα παράλια της Τουρκίας και περίμενε τα πλοιάρια να βρεθούν στη Σάμο και τους ρώταγε: «Ρε παιδιά, τι γίνεται στην Ελλάδα;». Μετά, ο στιχουργός ο Γάλλος εμπνεύστηκε και είπε: Les Bateaux de Samos!

Α, μάλιστα!

Είναι μυστικό που δεν έχω πει ποτέ! Τώρα τυχαίνει και το λέω! Είσαι νεολαία και αξίζει τον κόπο! Η Μελίνα μάς γοήτευσε, μας είχε “σκλαβώσει”, γιατί είχε αυτό το θείο χάρισμα της σπουδαίας! Είχε μια αύρα, μια περηφάνια! Ένα τρομερό πλάσμα ήταν! Δεν ξέρω αν την ξέρουν τόσο πολύ οι άλλοι... Οι άλλοι την ξέρουν σαν “ντίβα”. Είχε μια λαχτάρα που έλειπε από την Ελλάδα κι αυτή! Να μας πει ότι πήγαινε στην Τουρκία –δεν μπορούσε να πάει στην Ελλάδα, ήταν “απαγορευμένη”– και περίμενε στα παράλια της Σάμου απέναντι, να ρωτήσει τους ψαράδες που πηγαινοερχόντουσαν... Έτσι βγήκε αυτό το τραγούδι! Αυτό, όμως, είναι «προσωπικά δεδομένα» που λέμε!

Τα ωραιότερα τραγούδια που είχε χρωματίσει η μαγική φωνή του Γιάννη Πάριου, το Θα σε θυμάμαι (1974), το Θα με θυμηθείς (1979), το Φταίμε κι οι Δυο (1978), είναι σε μουσική δική σας και στίχους του Πυθαγόρα. Δεν είναι εύλογο να υποθέσουμε ότι ο πρόωρος θάνατος του Πυθαγόρα (σε ηλικία μόλις 49 ετών) μάς στέρησε από παρόμοια αριστουργήματά σας σε δικά του λόγια; 

Ο Πυθαγόρας! Ήμουν τυχερός που τον γνώρισα και, δυστυχώς, τον γνώρισα σε αυτά τα τελευταία χρόνια... Γιατί ήταν σπουδαίος στιχουργός! Ήταν επαγγελματίας, έγραφε στίχους που θα μένανε στα χρόνια. Δεν έγραφε στίχους επίκαιρους, για να κολακέψει τα ζευγαράκια τα ερωτικά κλπ... Έκανε στίχους που θα μένανε! Τον θεωρούσαν μπας κλας οι σπουδαίοι στιχουργοί, τότε. Γιατί δεν ήταν ο τάδε... Απλώς, ένας εργάτης του στίχου! Λαϊκός αλλά τόσο σπουδαίος, που, μόλις του έδωσα τις μουσικές, αμέσως μου έκανε: Φταίμε κι οι Δυο (1978), Θα με θυμηθείς (1979), Θα σε θυμάμαι (1974). Πράγματα ανεπανάληπτα, με τον Πάριο. Ήμουν τυχερός που τον γνώρισα!


Παρουσιαστής της μεγάλης συναυλίας στο Παναθηναϊκό Στάδιο, η οποία αφιερώθηκε στη μουσική σας διαδρομή, ήταν ο εθνικός μας στιχουργός, ο Λευτέρης Παπαδόπουλος. Οι στίχοι του διαπερνούν το έργο σας σε διαχρονικά τραγούδια, όπως το Πες πως μ’ αντάμωσες (1969), το Βροχή και Σήμερα (1973), η Οδός Αριστοτέλους και το Είπα να φύγω (1974), η Κίτρινη Πόλη (1976), το Σ’ έστησαν σε μια γωνιά (1978), το Επειδή σ’ αγαπώ (1982) κ.ά. Υπάρχει κάποιο τραγούδι από τη συνεργασία σας μαζί του που να ξεχωρίζετε ή να αγαπάτε περισσότερο;

Η μισή μου δισκογραφία είναι ο Λευτέρης! Το Βροχή και Σήμερα (1973) μού αρέσει πολύ. Το αγαπάω ιδιαίτερα! Τα πολύ γνωστά, εντάξει, αναγκαστικά τα αγαπάω, γιατί τα αγαπάει όλος ο κόσμος! Αλλά το Είπα να φύγω (1974), ας πούμε, είναι σπουδαίο! Οι Κυριακές στην Κατερίνη (1977), επίσης, μου αρέσει.

Μελοποιήσατε μερικούς από τους πρώτους στίχους της Λίνας Νικολακοπούλου για έναν δίσκο της Δήμητρας Γαλάνη (το Καλά είναι κι Έτσι), το 1981! Ακολούθησαν κι άλλα τραγούδια σας σε λόγια της Λίνας, όπως η Έξοδος Κινδύνου το 1984, με αποκορύφωμα, φυσικά, το αριστουργηματικό Προσωπικά το 1988! Πολλοί τη χαρακτηρίζουν –κατά τη γνώμη μου, δικαίως– τη σημαντικότερη στιχουργό που εμφανίστηκε στη δισκογραφία την τελευταία τριακονταετία....

Η Δήμητρα μού γνώρισε τη Λίνα, μια σπουδαία στιχουργό! Εγώ, ξέρεις, πάντα με τους καινούργιους ήμουνα! Και η πρώτη της δισκογραφική εμφάνιση ήταν με το Δεν είναι η Αγάπη Ζωγραφιά (1981) – το ’χει πει και η ίδια, εξάλλου! Ήταν η πρώτη μελοποίηση στίχων της, από εμένα! Και μετά η Λίνα έκανε τη σπουδαία διαδρομή που κάνει ακόμα... Και, βέβαια, συναντηθήκαμε στην Έξοδο Κινδύνου (1984) με την Πρωτοψάλτη και στο Προσωπικά (1988) με τη Δήμου... Η Λίνα άνοιξε καινούργιο δρόμο στον στίχο! Τελείως καινούργιο! Δηλαδή, φευγαλέες, σύντομες εικόνες. Ήξερε από μοντάζ, κινηματογραφικό. Και αν σκεφτείς, αν πιάσεις τα νοήματα, τα γρήγορα, τα αλλεπάλληλα νοήματα, χωρίς μακριές φράσεις και στίχους... Συνέχεια νοήματα, ζωντανές εικόνες που εν συντομία λέγανε τα πάντα! Η Λίνα δημιούργησε αυτό το στυλ... Το μοντέρνο, κινηματογραφικό στον στίχο! Είναι δυνατόν; Κι όμως!

Συνήθως συνθέτατε μελωδίες πάνω σε ήδη γραμμένους στίχους όλων αυτών των μεγάλων στιχουργών, του Λευτέρη Παπαδόπουλου, του Πυθαγόρα, της Λίνας Νικολακοπούλου, ή εκείνοι έγραφαν εκ των υστέρων λόγια πάνω σε δικά σας μοτίβα;

Στη Λίνα πάντα έδινα μουσικές... Όχι! Έχω μελοποιήσει και δικούς της στίχους! Και τα δύο!
Όποτε εγώ έπαιρνα στίχο, τον μελοποιούσα και πάντα έβγαινε κάτι καλό... Το έκανα και λιγότερο, πιο σπάνια το έκανα. Όταν έδινα μουσικές, δεξιά και αριστερά, σε πολλούς δηλαδή, δεν τις καταλαβαίνανε πάντα, γιατί το μουσικό νόημα δεν “πάει” στον καθένα, η μουσική... Άλλοι τη νιώθανε και κάνανε τον κατάλληλο στίχο – άλλοι δεν τη νιώθανε και κάνανε ένα στίχο που ήταν τελείως άσχετος!

Το Προσωπικά (1988) πώς έγινε;

Έδωσα τη μουσική στη Λίνα!


Στον κινηματογράφο γράψατε μουσική, μεταξύ άλλων, για την ταινία Ερωτική Συμφωνία (1972), σε σενάριο της Τζένης Καρέζη και σκηνοθεσία του Κώστα Καζάκου, με πρωταγωνιστές τους ίδιους...

Είναι η αδυναμία μου η μουσική σε αυτό το έργο! Οι δύο δίδυμες, οι αδελφές, όλη τους η ζωή δημιουργεί μια κατάσταση που σου δημιουργεί μια απόγνωση, ένα κρεσέντο πάνω στη θλίψη. Εγώ διαβάζω κάτι, δεν σκέφτομαι το έργο που θα βγει, αλλά σκέφτομαι λες και υπάρχουν πραγματικά αυτές οι ιστορίες και έτσι εμπνέομαι τη μουσική. Πάντως, όσες φορές έχω κάνει μουσική σε κινηματογράφο, την έκανα λες και είχα στη φαντασία μου ένα τεράστιο θέμα. Τελικά, ταινία έβγαινε! Εγώ την μουσική την έκανα πραγματικά λες και πήγαινα, ξέρω ’γω, για το Όσκαρ! Το έπαιρνα πολύ σοβαρά ό,τι έκανα! Κι ας ήταν αστείο το θέμα, τελικά. Τη μουσική εγώ την έπαιρνα σοβαρά!


Επίσης, το 1972 συνεργαστήκατε με την Έλλη Λαμπέτη στο μιούζικαλ Η Γλυκιά Ίρμα...

Ανοίγεις μεγάλο κεφάλαιο!

Τι θυμάστε από αυτό το μυθικό πλάσμα του Ελληνικού Θεάτρου – που, δυστυχώς, οι νεότερες γενιές γνωρίζουμε μόνο μέσα από τις ελάχιστες κινηματογραφικές της ταινίες;

Ήταν μοναδικό πλάσμα! Αυτή και η Μελίνα –με έχουν εντυπωσιάσει για διαφορετικούς λόγους– ήταν γεμάτες Τέχνη! Δεν ήξερε κανείς πού είναι ο άνθρωπος και πού είναι ο καλλιτέχνης! Δεν ήξερες πότε έπαιζε και πότε ήταν πραγματική γυναίκα! Δύο περιπτώσεις! Βλέπεις μια καθημερινή γυναίκα, μια ωραία ηθοποιός μετουσιώνεται στη σκηνή σε κάτι άλλο και μετά επανέρχεται στο καθημερινό. Και λες: «Η ηθοποιός υποδύεται τον τάδε ρόλο». Εδώ, όμως, μια ζωή λες: «Υποδύεται;»... Δεν ξέρεις! Ο ηθοποιός είναι; Ο άνθρωπος; Ή παίζει; Είναι μπερδεμένο το θέμα! Δεν μπορείς να ξέρεις! Εκεί είναι το μεγαλείο μερικών προσωπικοτήτων, όπως ήταν η Λαμπέτη και η Μελίνα... Με τη Λαμπέτη ήμουν απορροφημένος, ήμουν μαγεμένος! Πρώτα απ’ όλα, ήταν μεγάλη τιμή να με εμπιστεύεται εμένα. Είχαμε συνεργαστεί και παλαιότερα, στο Θυμήσου τον Σεπτέμβρη (1967) –είχα δώσει το τραγούδι τότε, το έλεγε ο Κώστας Καρράς– και στα Σαράντα Καράτια (1968). Συναντήσεις, λίγο-πολύ ομαδικές, χωρίς ιδιαίτερη, ας το πούμε, σχέση. Όταν, όμως, ήταν να κάνουμε τη Γλυκιά Ίρμα (1972), ήμουν κάθε μέρα με τις ώρες στο σπίτι της! Ήταν τότε παντρεμένη με τον Γουέκμαν. Ήταν τότε και η μικρή (σ.σ.: το κοριτσάκι που η Έλλη Λαμπέτη διεκδικούσε την υιοθεσία της από τους πραγματικούς της γονείς). Εγώ έζησα όλη την απόγνωσή της, όλη τη λαχτάρα της γι’ αυτό το παιδί! Και έπρεπε να τραγουδήσει στο μιούζικαλ, έπρεπε να την πείσω να τραγουδήσει. Και είχε τρομερές ανασφάλειες, αυτή η σπουδαία Λαμπέτη! Είχε ανασφάλειες αν θα το έκανε καλά. Τα μεγάλα ταλέντα είναι ανασφαλή!

Θα ήθελα να μου πείτε τη γνώμη σας για δύο σημαντικούς συναδέρφους σας, μουσικοσυνθέτες, με τους οποίους είχατε συνεργαστεί στο παρελθόν: τον Μίμη Πλέσσα και τον Γιώργο Χατζηνάσιο.

Τον Μίμη (Πλέσσα) τον αγαπάω από τότε που ήταν κι αυτός στη Lyra. Τότε, όμως, ο Μίμης ήταν μεγάλη δόξα στην Ελλάδα. Είχε σαρώσει όλα τα Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, όταν εγώ ήμουν στη Γαλλία. Έκανε ελαφρό τραγούδι με την Τζένη Βάνου κλπ. Δεν έχω κάνει ελαφρό τραγούδι με την έννοια της φόρμας του ελαφρού τραγουδιού: κουπλέ, ρεφραίν, με κορώνα στο τέλος. Έτσι ήταν το ελαφρό τραγούδι. Ήταν μια συνταγή για να εντυπωσιάζει κανείς τις ωραίες φωνές στο τέλος, με δυσκολότερο φινάλε. Εγώ ήμουν “μπαλαντοποιός”, “μπαλαντοσφάχτης” (γέλια)! Λοιπόν, είχα μόνο σεβασμό, μα ποτέ απόρριψη. Ήταν μεγάλη υπόθεση, αλλά ξένο σώμα σε σχέση με αυτό που έκανα εγώ τότε. Και μετά, όταν είχαμε τον κινηματογράφο, απέδειξε ο Μίμης ότι ήταν ο πιο σπουδαίος και ο πιο δυναμικός συνθέτης από όλους μας! Έχει κάνει όλη την γκάμα! Τώρα, όλη η Ελλάδα τραγουδάει Μίμη Πλέσσα και τιμής ένεκεν τους άλλους. Δεν πρέπει ποτέ να κατακρίνουμε κανέναν! Ο Μίμης έχει περάσει όλες τις μόδες. Έχει καταφέρει τα πάντα! Και είναι κάποια τραγούδια του που μόνιμα, συνέχεια διασκεδάζουν τον κόσμο, γεμίζουν μαγαζιά!
Ο Γιώργος (Χατζηνάσιος) είναι πολύ ικανός! Είναι πολύ ταλέντο! Είναι σπουδαίος πιανίστας, σπουδαίος μουσικός. Μερικές συνθέσεις του είναι καταπληκτικές! Το Ποιος να συγκριθεί μαζί σου, τα Γαλάζια σου Γράμματα... Και πόσα δεν έχει κάνει! Έχει αξία!




Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «University Press» τον Απρίλιο του 2011:
http://issuu.com/university_press/docs/up_april_2011