Μιχάλης Κακογιάννης



Ο διασημότερος έλληνας σκηνοθέτης όλων των εποχών!

Με τρεις ταινίες υποψήφιες για Όσκαρ: τον «Ζορμπά» (1964), την «Ηλέκτρα» (1962) και την «Ιφιγένεια» (1977), κι άλλες δύο βραβευμένες με Χρυσή Σφαίρα: τη «Στέλλα» (1955) και το «Κορίτσι με τα Μαύρα» (1956)… Με συνεργασίες με διεθνείς σταρ όπως ο Άντονι Κουίν και ο Άλαν Μπέιτς, η Κάθριν Χέπμπορν και η Βανέσα Ρεντγκρέιβ… Με μια αριστοτεχνική μεταφορά στον κινηματογράφο τριών αρχαίων τραγωδιών του Ευριπίδη: της «Ηλέκτρας» (1962), των «Τρωάδων» (1971) και της «Ιφιγένειας» (1977)… Ο Μιχάλης Κακογιάννης, αναμφίβολα, έχει κερδίσει τον τίτλο του διασημότερου στον κόσμο έλληνα σκηνοθέτη!

Το πολυσχιδές έργο του περιλαμβάνει, εκτός από κινηματογραφικές ταινίες, θεατρικές σκηνοθεσίες και σκηνοθεσίες όπερας, μέχρι μεταφράσεις του Σαίξπηρ και του Ευριπίδη – ακόμα και συγγραφή στίχων: Ποιος δεν θυμάται τα λόγια του στα τραγούδια του Χατζιδάκι: «Αγάπη που ’γινες Δίκοπο Μαχαίρι» & «Εφτά Τραγούδια θα σου πω»;

Στη «Στέλλα» (1955) είναι η Μελίνα Μερκούρη που συγκλονίζει, οφείλοντας σ' εκείνον την παρθενική της εμφάνιση στη μεγάλη οθόνη. Πόση επιπλέον ευγνωμοσύνη να του οφείλουμε εμείς οι νεότεροι που πέρασε στην αθανασία το μελαγχολικό πρόσωπο της Έλλης Λαμπέτη; Σε τέσσερις ταινίες κατάφερε να διασώσει τις δικές της καθηλωτικές ερμηνείες: στο «Κυριακάτικο Ξύπνημα» (1954), το «Κορίτσι με τα Μαύρα» (1956), το «Τελευταίο Ψέμα» (1958) και το «Χαμένο Κορμί» (1961, σ.σ.: ταινία που αποκαταστάθηκε και προβλήθηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα φέτος, από το Ίδρυμα Μιχάλη Κακογιάννη).

Γεννημένος στην Κύπρο το 1922, ο Μιχάλης Κακογιάννης κλείνει αισίως την ένατη δεκαετία της ζωής του, παραμένοντας όμως πνευματικά διαυγής, αλλά και δημιουργικός. Την άνοιξη έγιναν τα εγκαίνια του Ιδρύματος που φέρει το όνομά του και στοχεύει στην πολύπλευρη υποστήριξη ταλαντούχων νέων καλλιτεχνών.

Πριν από λίγες μέρες μάς υποδέχτηκε στο καλαίσθητο σπίτι του, στον περιφερειακό του Φιλοπάππου, σε ένα δωμάτιο γεμάτο αμέτρητα βραβεία και τιμητικές πλακέτες. Ευγενικός και ειλικρινής απέναντι στους νέους, απάντησε ανενδοίαστα σε όλες τις ερωτήσεις, ταξιδεύοντας μας στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα...




Φτάσατε τρεις φορές μια ανάσα από το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας! Θα λέγατε πως σας έχει μείνει μια πικρία που τελικά δεν κερδίσατε το χρυσό αγαλματίδιο;

Δεν τα υπολογίζω τόσο πολύ τα βραβεία! Ιδίως όταν ήξερα, ας πούμε, με το Ζορμπά (1964) –που ήταν η πιθανότερη επιλογή, γιατί είχε καμιά δεκαριά υποψηφιότητες– ποιος ήταν αντίπαλος… Ήταν ο George Cukor –ο οποίος μου ήταν και πολύ συμπαθής– με την ταινία Ωραία μου Κυρία.

Πιστεύετε πως μπορεί ποτέ να ξαναγεννηθεί μια ηθοποιός σαν την Έλλη Λαμπέτη;

Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να ντουμπλαριστεί απόλυτα. Την ευαισθησία της Λαμπέτη και τη χάρη, την έχουμε δει και σε άλλες ηθοποιούς, αλλά για εμένα ήταν μοναδική. Είχε κάνει κι άλλες ταινίες πριν από εμένα, αλλά ποτέ δεν είχε προβάλει αυτήν την προσωπικότητα της βαθιάς μελαγχολίας και ευαισθησίας. Βέβαια, στο Κυριακάτικο Ξύπνημα (1954) απέδειξα ότι ήταν και δεινή κωμικός. Και στο θέατρο, όπου είχαμε συνεργαστεί τότε, ήταν μοναδική!


Σκηνοθετήσατε δύο φορές στον κινηματογράφο και δύο φορές στο θέατρο το ζευγάρι Λαμπέτη-Χορν. Η χημεία τους στη σκηνή και στον κινηματογράφο ήταν παροιμιώδης. Πίσω από τις κάμερες, πώς ζήσατε αυτόν τον μεγάλο έρωτα;

Η σχέση τους ήταν ανισόρροπη πάντα! Ήταν δύο άνθρωποι που δεν ταιριάζανε, κοινωνικά τουλάχιστον. Η καταγωγή της Λαμπέτη δεν ήταν εμφανής σε τίποτα, ήταν τόσο λεπτή, βελτιωμένη, εκπληκτική φυσιογνωμία και ένας άνθρωπος με φοβερό πάθος, πολύ πιο έντονη ερωτικά από την Μελίνα… Η Μελίνα το ’παιζε κιόλας!

Υπογράφετε το κινηματογραφικό ντεμπούτο της Μελίνας Μερκούρη, τη θρυλική Στέλλα (1955). Νομίζω πως όλες οι υπόλοιπες ταινίες της, οι οποίες ακολούθησαν, υπολείπονται αυτού του αριστουργήματος, που καθηλώνει… Πώς έτυχε και δεν συνεργαστήκατε ξανά μαζί της στον κινηματογράφο;

Αφού βρέθηκε ο Ντασέν! Αυτό ήτανε… Είχε την αποκλειστικότητα της Μελίνας! Ήταν μία ηθοποιός τρομαγμένη που ξεκίνησε, η οποία δεν μπορούσε να κρατήσει τα μάτια της ανοιχτά στον ήλιο, και είχε κάνει και δοκιμαστικά κι είχε αποτύχει! Αλλά εγώ, παρ’ όλα αυτά, πίστεψα πως η προσωπικότητα της θα έβγαινε πολύ ζωντανά.


Αν κάποιος σας έβαζε στον πειρασμό να συγκρίνετε τις δύο μούσες σας: την Έλλη Λαμπέτη και τη Μελίνα Μερκούρη, τι θα λέγατε;

Θα έλεγα ότι η Λαμπέτη είχε το πιο μυστηριώδες προσόν που προϋποθέτει ένα ταλέντο. Είχε ένα μυστήριο… Ενώ με τη Μελίνα ήταν πιο ντεκλαρέ τα πράγματα. Όλες τις σκηνές τις έπαιζε στο φουλ!

Όταν ακούσατε για πρώτη φορά τη μουσική του Μίκη Θεοδωράκη για το Ζορμπά (1964), φανταζόσασταν την επιτυχία της, ότι θα γινόταν ο “εθνικός ύμνος” της Ελλάδας στα πέρατα της υφηλίου;

Όχι! Και, μάλιστα, η μουσική ήταν “μαγειρεμένη” από τους δυο μας σε πρόβα. Και θα επακολουθούσε οργανική σύνθεση του Μίκη για την ταινία. Αλλά ήταν τόσο καλή η μουσική που χρησιμοποιήσαμε στη πρόβα, βασισμένη στα μοτίβα τα γνωστά, που δεν υπήρχε περίπτωση να αντικατασταθεί. Αυτή η τελική εκδοχή της μουσικής, το φινάλε του Ζορμπά, είναι από αυτό που κάναμε στην πρόβα.

Το μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη στο οποίο βασίστηκε ο κινηματογραφικός Ζορμπάς (1964), δεν δίνει την καλύτερη εικόνα για το χαρακτήρα των Ελλήνων. Αυτό ήταν κάτι που σας προβλημάτισε, όταν η ταινία έγινε διεθνής επιτυχία;

Γιατί δεν δίνει την καλύτερη εικόνα; Δεν με έχει απασχολήσει. Ο ελληνικός χαρακτήρας έχει και τα αρνητικά του, εδώ που τα λέμε!…

Μεταφέρετε με μεγάλη επιτυχία τρεις αρχαίες τραγωδίες του Ευριπίδη στον κινηματογράφο. Τι σας έκανε να ξεχωρίσετε τα έργα του Ευριπίδη από εκείνα των άλλων μεγάλων τραγωδών, του Αισχύλου και του Σοφοκλή;

Σοφοκλή έχω ανεβάσει στο Θέατρο. Θεωρώ ότι τα έργα του Ευριπίδη έχουν πιο πολλές ανθρώπινες αποχρώσεις, που βοηθάνε στην εμβάθυνση της προσωπικότητας ενός ρόλου στις λεπτομέρειες. Στα έργα του Αισχύλου και του Σοφοκλή είναι πιο μονοκόμματοι οι ρόλοι.


Και στις τρεις ταινίες με θέματα του Ευριπίδη, πρωταγωνίστρια η Ειρήνη Παπά. Μάλλον δεν ήταν τυχαίο! Τη θεωρούσατε την ιδανική ηθοποιό για αρχαίο δράμα;

Με την Ειρήνη ήταν ένας φιλικός δεσμός που κράτησε χρόνια. Δεν υπήρξε περίπτωση να μην προθυμοποιηθεί να εμφανιστεί και σε μικρό ρόλο σε ταινία δική μου, όπως στη Γλυκιά Πατρίδα (1986), που κάνει έναν σημαντικό αλλά μικρό ρόλο. Γιατί ήταν τέτοιος ο δεσμός των δυο μας. Δεν είχε καλό τέλος, για λόγους που δεν μπορώ να εξηγήσω. Πάντα ήταν μια πολύ ταλαντούχα αλλά ιδιότροπη προσωπικότητα. Πανέμορφη γυναίκα. Με στενοχωρεί πολύ ότι τα τελευταία χρόνια δεν έχουμε επαφή...

Μοναδικές συνεργασίες με διεθνείς σταρ όπως ο Άντονι Κουίν και ο Άλαν Μπέιτς στο Ζορμπά (1964), η Κάθριν Χέπμπορν και η Βανέσα Ρεντγκρέιβ στις Τρωάδες (1971). Πόσο εύκολο ήταν να υπακούσουν στις σκηνοθετικές σας οδηγίες;

Πολύ εύκολο. Από τη στιγμή που δέχτηκαν να συνεργαστούν μαζί μου και με θεωρούσαν σαν έναν από τους πιο ταλαντούχους σύγχρονους σκηνοθέτες, δεν είχα κανένα πρόβλημα.

Ποια από αυτές θεωρείτε την πιο σημαντική σας συνεργασία;

Δεν ξεχωρίζω κάποια… Η Χέμπορν με είχε συγκινήσει περισσότερο από όλες, με την εμπιστοσύνη που έδειξε στην καθοδηγητική μου γραμμή, ήταν συγκλονιστική… Με τη Ρεντγκρέιβ είναι γνωστό ότι δεν τα πήγα πάρα πολύ καλά… Περίεργη ηθοποιός. Και πολύ ταλαντούχα, αλλά ταυτόχρονα και ατάλαντη! Δηλαδή, σε ορισμένες σκηνές είχα την αίσθηση ότι ήταν μία μαθήτρια της δραματικής σχολής, η οποία προσπαθούσε να βρει τον ρόλο, αντί αυθόρμητα να τον "γεννήσει".


Πώς και δεν έτυχε ποτέ να συνεργαστείτε με την Αλίκη Βουγιουκλάκη ή την Τζένη Καρέζη στον κινηματογράφο ή το θέατρο;

Τους έχει μείνει απωθημένο! Η Αλίκη, που ήταν ιδιαίτερα συμπαθής, λίγα χρόνια πριν πεθάνει, με πλησίασε και, με δάκρυα στα μάτια, μου είπε: «Είσαι το μεγάλο μου απωθημένο!».

Πώς κρίνετε τις ταινίες που γύρισαν με σκηνοθέτες όπως ο Αλέκος Σακελλάριος, ο Γιάννης Δαλιανίδης και ο Ντίνος Δημόπουλος;

Κοίταξε, οι ταινίες που ξεχώριζαν, τουλάχιστον χορογραφικά, είναι του Δαλιανίδη. Τον οποίο εκτιμώ πολύ σαν σκηνοθέτη. Βλέποντας τη δουλειά του, και τώρα ακόμα, λέω ότι είναι χαρισματικός σκηνοθέτης!

Με εξαίρεση μια τηλεταινία σας στις ΗΠΑ, δεν ασχοληθήκατε με την τηλεόραση. Σας έγινε ποτέ πρόταση από κάποιον έλληνα τηλεοπτικό παραγωγό; Πώς κρίνετε, επίσης, την εικόνα της ελληνικής τηλεόρασης σήμερα;

Στην Ελλάδα υπάρχουν τεράστια υποκριτικά ταλέντα και κάθε φορά που ένα τέτοιο ταλέντο κυριαρχεί στη μικρή οθόνη, με συναρπάζει κι εμένα. Δεν είμαι κατά της τηλεόρασης, αφού και οι ταινίες, όλες, σε δεύτερο στάδιο περνάνε στη τηλεόραση. Για παράδειγμα, με το Τρίτο Στεφάνι είχα ασχοληθεί κι εγώ. Ο Ταχτσής ήταν και φίλος μου. Επειδή το βιβλίο το θεώρησα εξαιρετικό, είχα γράψει μερικά επεισόδια, τα οποία ποτέ δεν παίχτηκαν…

Η ευαισθησία σας για τα προβλήματα της γενέτειράς σας είναι πρόδηλη. Το ντοκιμαντέρ Αττίλας ’74 κατέγραψε ανάγλυφα τις συνέπειες της κυπριακής τραγωδίας. Ταχθήκατε κατηγορηματικά κατά του Σχεδίου Ανάν. Ποια πιστεύετε ότι είναι η καλύτερη δυνατή λύση για την Κύπρο τα επόμενα χρόνια;

Κοίταξε, μου μιλάς για ένα θέμα το οποίο στην ουσία είναι άλυτο. Δεν μπορεί να λυθεί γιατί η Διοίκηση της Τουρκίας και η δύναμή της ως χώρας επιβάλλει τουλάχιστον συνέχιση του υπάρχοντος καθεστώτος, το οποίο δεν μπορούμε να ξεφορτωθούμε ή να το γυρίσουμε, να ξαναπάμε στην παλιά αναλογία Τούρκων και Ελλήνων. Αυτό μου δημιουργεί απόκρουση, όταν το συνειδητοποιώ και αναγκάζομαι να το δεχτώ πλέον ότι η Κύπρος είναι μόνιμα μοιρασμένη στα δύο. Δεν μ’ αρέσει ούτε να το σκέφτομαι, δηλαδή με στενοχωρεί βαθιά… Το Σχέδιο Ανάν, πάντως, δεν ήταν λύση. Ήταν ένα Σχέδιο το οποίο βοηθούσε πιο πολύ την τουρκική πλευρά. Από τη στιγμή που η Τουρκία μπορεί να επιβάλει, με επίγνωση της, την ισχύ της, η Κύπρος βρίσκεται στην "αγκαλιά" της Τουρκίας…

Πρόσφατα έγιναν τα επίσημα εγκαίνια του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης παρουσία του Προέδρου της Ελληνικής, αλλά και του Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, καθώς και άλλων προσωπικοτήτων της Ελλάδας και της Μεγαλονήσου από το χώρο της Τέχνης και της Πολιτικής. Ποιοι είναι οι στόχοι του νέου Ιδρύματος στον 21ο αιώνα;

Αρκεί να είναι ένα κέντρο ποιοτικό, να ανανεώνεται και να ανοίγει τις πόρτες του σε νεότερους ταλαντούχους καλλιτέχνες. Η Πολιτεία δεν βοήθησε. Γεγονός είναι ότι οικονομικά μπορούσα να το στηρίξω. Μετά χρειάστηκε η υποστήριξη κι άλλου, αλλά κυρίως είναι με δικά μου μέσα.

Ποια είναι η γνώμη σας για τις οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις που έφεραν την Ελλάδα στα πρόθυρα της χρεοκοπίας;

Είμαι έξω φρενών με τον τρόπο που μας έχουν αντιμετωπίσει οι ξένοι, διότι δεν πιστεύω και οι άλλες χώρες να έχουν δείξει μεγαλύτερη οικονομική εγκράτεια ή σωφροσύνη. Όταν σκέφτομαι ότι τα μουσεία τους λειτουργούν και είναι γεμάτα με ελληνικούς θησαυρούς, ξαφνικά δεν γίνεται να γυρίζουν και να μας φτύνουνε, και να μας υποβαθμίζουν… Δεν ξέρω σε τι βαθμό έχουμε φταίξει… Δεν είμαι στα οικονομικά πολύ καλός, αλλά ξέρω ότι η Ελλάδα έχει κατηγορηθεί ότι ξόδευε άσκοπα. Εγώ δεν έχω πάρει ποτέ μου μισθό από το Ελληνικό Κράτος, ούτε καν προϋπολογισμό έχω καλύψει ζητώντας βοήθεια από το Κράτος. Τους πολιτικούς τούς λυπάμαι αυτήν τη στιγμή, γιατί με τα θηρία του εξωτερικού, τους "καρχαρίες", δεν βλέπω διέξοδο…




Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «University Press» τον Ιούνιο του 2010: