Μελίνα Μερκούρη





















Μια Μελίνα από… μέλι!

Μια γυναίκα με μελί μάτια και μελί μαλλιά. Που έσταξε το μέλι της στην υποκριτική τέχνη και στην τέχνη της πολιτικής. Σε μια ζωή που έζησε με πρωτόγνωρο πάθος, αγγίζοντας τα όρια του μύθου. Σήμερα συμπληρώνονται 22 χρόνια από το πέρασμα της Μελίνας Μερκούρη στην αιωνιότητα…

Μαθήτρια του Δημήτρη Ροντήρη αλλά θεατρική μούσα του Καρόλου Κουν, αλησμόνητη ηρωίδα του Τένεσι Ουίλιαμς στη μεταπολεμική Αθήνα και μετέπειτα πρωταγωνίστρια του Μαρσέλ Ασάρ στο παρισινό θέατρο, η Μελίνα Μερκούρη θριάμβευσε τα χρόνια της δικτατορίας στο Μπρόντγουεϊ με τον ρόλο της «Ίλυα» από το «Ποτέ την Κυριακή», πριν επιστρέψει στην Ελλάδα τη Μεταπολίτευση για να πειραματιστεί με τον Μπέρτολτ Μπρεχτ, να ξαναγίνει «Αλεξάνδρα ντε Λάγκο» από τον Ζυλ Ντασσέν, να ενσαρκώσει συγκλονιστικά τη μητροκτόνο «Μήδεια» του Ευριπίδη και να κλείσει τη θεατρική της αυλαία όπως της άξιζε, στον ιερό χώρο της Επιδαύρου, ως «Κλυταιμνήστρα» του Αισχύλου. Συνολικά, έπαιξε 45 διαφορετικούς ρόλους στο θεατρικό σανίδι.

Κινηματογραφική μούσα αρχικά του Μιχάλη Κακογιάννη και εν συνεχεία του Ζυλ Ντασέν, η «Στέλλα» (1955) του ελληνικού κινηματογράφου έγινε διεθνής σταρ τραγουδώντας τα «Παιδιά του Πειραιά» στο «Ποτέ την Κυριακή» (1960). Διεκδίκησε το Όσκαρ από την Ελίζαμπεθ Τέιλορ και συμπρωταγωνίστησε με τον Άντονι Πέρκινς («Φαίδρα», 1962) και τον Πίτερ Ουστίνοφ («Τοπ Καπί», 1964) σε μεγάλες κινηματογραφικές επιτυχίες1. Διακεκριμένοι κριτικοί διεθνών εντύπων τη συνέκριναν με τη Σοφία Λόρεν, τη Μάρλεν Ντίτριχ, την Άβα Γκάρντνερ, την Γκρέτα Γκάρμπο, την Άννα Μανιάνι, τη Σιμόν Σινιορέ και την Ίνγκριντ Μπέργκμαν. Μεγάλοι παραγωγοί του Χόλιγουντ τής πρότειναν κινηματογραφικούς ρόλους που προτάθηκαν και στην Άβα Γκάρντνερ2, τη Σοφία Λόρεν3 και τη Κιμ Νόβακ4. Εκείνη, παραδομένη σχεδόν ολοκληρωτικά στον άντρα της ζωής της, Ζυλ Ντασέν, γύρισε μαζί του τις περισσότερες ταινίες της, σε σενάρια βασισμένα ως επί το πλείστον σε υποθέσεις αρχαίων τραγωδιών («Φαίδρα» (1962) και «Κραυγή Γυναικών» (1978)) και σε λογοτεχνικά έργα βραβευμένων συγγραφέων, όπως ο Ρομαίν Γκαρί («Υπόσχεση την Αυγή», 1970) και η Μαργκερίτ Ντυράς («10.30, Ένα Καλοκαιρινό Βράδυ», 1966). Συνολικά, πρωταγωνίστησε σε 19 κινηματογραφικές ταινίες, 7 εκ των οποίων συμμετείχαν σε διεθνή φεστιβάλ5.

Στο ζενίθ της δόξας της στην Αμερική, η Μελίνα Μερκούρη εγκατέλειψε την καριέρα της στην υποκριτική για να αφιερώσει όλες τις δυνάμεις της στον αγώνα για την πτώση του δικτατορικού καθεστώτος στην Ελλάδα (1967-1974). Κινδύνευσε επανειλημμένα να χάσει τη ζωή της, αλλά δεν κάμφθηκε καμία στιγμή παρά τις απειλές, τις κυρώσεις και τις καταγεγραμμένες απόπειρες δολοφονίας της.

Στη Μεταπολίτευση, ασχολήθηκε ενεργά με τα κοινά, υπηρετώντας το Υπουργείο Πολιτισμού για περισσότερο από 8 χρόνια (1981-1989, 1993-1994)  η μακροβιότερη μέχρι σήμερα Υπουργός Πολιτισμού της Ελλάδας. Η Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης, τα Δημοτικά Περιφερειακά Θέατρα, η ενοποίηση των αρχαιολογικών χώρων της Αθήνας και η επιστροφή των μαρμάρων του Παρθενώνα από το Βρετανικό Μουσείο ήταν τα πιο σημαντικά οράματά της, για τα οποία αγωνίστηκε κατά τη διάρκεια της θητείας της, κατορθώνοντας να τα πραγματώσει ή να ευαισθητοποιήσει τη διεθνή κοινότητα για την πραγμάτωσή τους.

Ήταν μια Ελληνίδα μέχρι το τελευταίο της κύτταρο, η οποία γοήτευσε ανθρώπους από όλη την υφήλιο. Προσωπικότητες όπως ο Τζον Κένεντι, ο Φρανσουά Μιτεράν, ο Ζακ Λανγκ, ο Ούλωφ Πάλμε, η Ίντιρα Γκάντι, ο Φελίπε Γκονθάλεθ, ο Τζούλιο Αντρεότι, ο Σαλβαδόρ Νταλί, ο Τένεσι Ουίλιαμς, ο Ζαν Πωλ Σαρτρ, ο Ζαν Κοκτώ, η Κολέτ, η Μαργκερίτ Ντυράς, η Φρανσουάζ Σαγκάν, η Γκρέτα Γκάρμπο και ο Μάρλον Μπράντο τη γνώρισαν και θαύμασαν τη δική της προσωπικότητα.

Η Μελίνα Μερκούρη παραμένει μέχρι σήμερα ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα διεθνώς πρόσωπα της νεότερης Ελλάδας. Κάθε πτυχή της δράσης της έχει δική της ξεχωριστή σημασία…



ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΥΠΟΚΡΙΤΙΚΗ
«Αγαπημένη Ίλυα…»

Η Μελίνα Μερκούρη είναι ίσως η διασημότερη ελληνίδα ηθοποιός όλων των εποχών στον κόσμο. Σίγουρα, η μοναδική που κέρδισε6 βραβείο γυναικείας ερμηνείας στο Φεστιβάλ Καννών και μία υποψηφιότητα7 για Όσκαρ Α΄ Γυναικείου Ρόλου8. Αμφότερα για την ερμηνεία της στην ταινία του Ζυλ Ντασσέν «Ποτέ την Κυριακή» (1960).

Για τον ίδιο πρωταγωνιστικό ρόλο, στη θεατρική διασκευή του έργου, το «Illya, Darling» («Αγαπημένη Ίλυα»), που ανέβηκε την περίοδο 1967-1968 στο Μπρόντγουεϊ, στον γνωστότερο θεατρικό δρόμο της υφηλίου, ήταν υποψήφια9 για βραβείο Τόνυ – την υψηλότερη τιμή στον χώρο του θεάτρου στις Η.Π.Α.

Για τις ερμηνείες της στη μεγάλη οθόνη, σε ταινίες όπως η «Φαίδρα» (1962), το «Τοπ Καπί» (1964) και η «Υπόσχεση την Αυγή» (1970) –πάντα υπό τις σκηνοθετικές οδηγίες του Ζυλ Ντασσέν–, έτυχε σωρεία άλλων διεθνών διακρίσεων, αδιαμφισβήτητου κύρους: Χρυσή Πλάκα10 στα βραβεία Ντονατέλλο (τα ιταλικά αντίστοιχα των Όσκαρ), δεύτερη θέση στα βραβεία κριτικών κινηματογράφου της Νέας Υόρκης11, τρεις υποψηφιότητες στις Χρυσές Σφαίρες12 και δύο στα βραβεία της Βρετανικής Ακαδημίας Τεχνών Κινηματογράφου και Τηλεόρασης13. Το κινηματογραφικό της ντεμπούτο, βέβαια, είχε γίνει λίγα χρόνια πριν, στη θρυλική «Στέλλα» (1955) του Μιχάλη Κακογιάννη, με εκείνη να συγκλονίζει στον ομώνυμο ρόλο…

Αναμφίβολα, η Μελίνα ήταν μια χαρισματική ηθοποιός, που σαγήνευσε θεατές ανεξαρτήτως εθνικότητας με την παρουσία της στο θεατρικό σανίδι και το κινηματογραφικό πανί. Διέπρεψε σε ρόλους εμποτισμένους με πάθος και ενσάρκωσε χαρακτήρες που πάλευαν για την απελευθέρωσή τους από οποιασδήποτε μορφής δεσμών.


ΘΕΑΤΡΟ
«Δεν θέλω ρεαλισμό, θέλω μαγεία…»

Το 1938, λίγο πριν κλείσει τα 18 της χρόνια, δίνει με επιτυχία εισαγωγικές εξετάσεις στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, απαγγέλλοντας ένα ποίημα του Κώστα Καρυωτάκη, μπροστά σε ένα μακρύ τραπέζι εξεταστών με επικεφαλής τους τον Αιμίλιο Βεάκη. Στις εξετάσεις αποφοίτησης, στο μάθημα του Δημήτρη Ροντήρη, παίζει το ρόλο της κόμισσας στους «Γάμους του Φίγκαρο» του Πιερ Μπωμαρσαί.

Το 1944 κάνει την πρώτη της εμφάνιση στο θεατρικό έργο του Αλέξη Σολομού «Το Μονοπάτι της Λευτεριάς», δίπλα στον εφηβικό της έρωτα, Γιώργο Παππά. «Το μόνο ενδιαφέρον σημείο της παράστασης ήταν η πρώτη εμφάνιση στη σκηνή της κυρίας Μελίνας Μερκούρη» γράφει ο κριτικός Άλκης Θρύλος στην εφημερίδα «Νέα Εστία». «Η κυρία Μερκούρη φανέρωσε εκτός από ένα παράστημα πολύ αρμονικό, από μια φυσιογνωμία πολύ εκφραστική, από μιαν εξαίρετη άρθρωση, εκτός δηλαδή από εξωτερικά, σχηματικά προσόντα, και μια κυριαρχία της σκηνής, την οποία σπάνια έχουν οι πρωτόπειροι. Καμιά κίνησή της, καμιά απόχρωσή της δεν ήταν παράχορδη».

Το 1945 ερμηνεύει τον πρώτο της πρωταγωνιστικό ρόλο στο θεατρικό έργο του Ευγένιου Ο'Νηλ «Το Πένθος Ταιριάζει στην Ηλέκτρα». «Η κυρία Μερκούρη, την οποία έβλεπα για πρώτη φορά, ειλικρινά με εξέπληξε» γράφει ο κριτικός Κώστας Οικονομίδης στην εφημερίδα «Έθνος». «Από μια ηθοποιό σχεδόν πρωτόβγαλτη δεν περίμενε κανείς μια τόσο λαμπρή απόδοση του δυσκολότατου ρόλου της. Παρουσίασε μια σύγχρονη Ηλέκτρα, γωνιώδη, αδυσώπητη σαν προσωποποιημένη Τύψις, άτεγκτη σαν ζωντανή Νέμεσις…»

Το 1949 είναι μια χρονιά-σταθμός για τη θεατρική της καριέρα. Πρωταγωνιστεί στο «Λεωφορείον ο Πόθος» του Τένεσι Ουίλιαμς και γίνεται έτσι η πρώτη στα χρονικά «Μπλανς Ντιμπουά» στην Ελλάδα. Η επιτυχία του έργου είναι τεράστια. Την παράσταση σκηνοθετεί ο Κάρολος Κουν, ιδρυτής του Θεάτρου Τέχνης. Ο Δημήτρης Ροντήρης, διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου, επισκέπτεται το λίκνο του αντίπαλου δέους και καταχειροκροτεί τη μαθήτριά του. «Δεν κράτησε απλώς με άνεση τον ρόλο της Μπλανς, αλλά επέτυχε μια δραματική δημιουργία που δικαιολογεί ειλικρινή θλίψη για την αποχώρησή της από το Εθνικό Θέατρο» γράφει ο Αχιλλέας Μαμάκης, ο σημαντικότερος καλλιτεχνικός συντάκτης της εποχής. Η Μελίνα γίνεται έτσι, άθελά της, μήλον της έριδος μεταξύ των δύο σημαντικότερων σχολών του ελληνικού θεάτρου. Για τις ανάγκες της παράστασης, ο Μάνος Χατζιδάκις και ο Νίκος Γκάτσος γράφουν το αριστουργηματικό «Χάρτινο το Φεγγαράκι», που ερμηνεύει πρώτη εκείνη14.

Το 1960 ενσαρκώνει με μεγάλη επιτυχία μιαν άλλη ηρωίδα του Τένεσι Ουίλιαμς, την «Αλεξάνδρα ντε Λάγκο», στο έργο «Το Γλυκό Πουλί της Νιότης», υπό τις σκηνοθετικές οδηγίες, και σε αυτόν τον ρόλο, του Καρόλου Κουν. «Ζωντανεύει κατά τον πιο αδρό, χαρακτηριστικό και δημιουργικό τρόπο την κεντρική ηρωίδα» εκτιμά ο Αχιλλέας Μαμάκης. «Πρόκειται για προσωπική της επιτυχία πρώτης τάξεως. Η υποκριτική της απόδοση είναι τόσο πειστική, ώστε ο θεατής ξεχνάει ότι δεν έχει τα στοιχεία της φυσικής ωριμότητας που απαιτεί ο ρόλος. Είναι εξαίρετη».

Το 1966, οι «Los Angeles Times» γράφουν: «Τώρα που όλοι μάθαμε πού είναι η Ελλάδα, η Μελίνα Μερκούρη μετακομίζει στην Αμερική». Η πρωταγωνίστρια της ταινίας «Ποτέ την Κυριακή» (1960) μεταβαίνει στο Μπρόντγουεϊ για να πρωταγωνιστήσει στη θεατρική διασκευή του έργου. Στις 9 Απριλίου 1967, στο ιστορικό θέατρο Μαρκ Χέλινγκερ, κάνει πρεμιέρα το έργο «Illya, Darling» («Αγαπημένη Ίλυα»), με τη Μελίνα στον ομώνυμο ρόλο. «Θα ήταν μια από τις μεγαλύτερες σταρ της Αμερικής, αν είχε ανακαλυφθεί μερικά χρόνια πριν» δηλώνει για τη 48χρονη πρωταγωνίστρια, παρακολουθώντας την παράσταση, η αμερικανίδα ηθοποιός Μπάρμπαρα Στάνγουικ. Από τις πρώτες σειρές του θεάτρου περνούν προσωπικότητες όπως ο Μάρλον Μπράντο, η Λορίν Μπακόλ, ο Χάρρυ Μπελαφόντε, ο Έντουαρντ Άλμπι και άλλοι. Η Μάρλεν Ντίτριχ, που την ίδια περίοδο μοιράζεται το θέατρο με τη Μελίνα, κάνοντας το δικό της μουσικό show, στέκεται στις πίσω σειρές για να τη δει κι εκείνη. «Μπαίνει στη σκηνή με παφλασμό σαν να έχει μόλις βγει από το κοχύλι της Αφροδίτης» γράφει ο κριτικός Γουόλτερ Κερ στους «New York Times» στις 12 Απριλίου 1967. «Το χαμόγελό της είναι πλατύ σαν τη φλόγα του μεσημεριού. Τραγουδά πειστικά με φωνή βραχνή και κινείται σαν να είναι γεννημένη χορεύτρια. Είναι ένα πλάσμα που θα ήταν κανείς ευτυχής να καλέσει στο σπίτι των γονιών του, όταν λείπουν». Στις 30 Απριλίου του ίδιου χρόνου, στην ίδια εφημερίδα, ο κριτικός Ρεξ Ριντ αναφέρει: «Είχε ένα ακαθόριστο προσόν που κάνει χίλια χρόνια ελληνικής ιστορίας να εκρήγνυνται σε δόξα, όταν ανοίγει τα χέρια της, και μια μυστηριώδη χάρη που ξεκλειδώνει τα μυστικά των γυναικών όλων των εποχών, όταν ανοίγει την καρδιά της». Στις 16 Ιουνίου, το περιοδικό «Life» τής αφιερώνει ένα ολόκληρο τετρασέλιδο με τίτλο «Ένας καυτός ελληνικός άνεμος φυσάει στο Μπρόντγουεϊ»: «Η Μελίνα Μερκούρη είναι μια αναζωογονητική παρουσία, ένας ρήτορας της χαράς της ζωής, ένας τελάλης του σεξ. […] Στην πρώτη εμφάνισή της στην αμερικανική σκηνή, είναι ο κύριος λόγος για τον οποίο ο κόσμος πηγαίνει να δει το “Αγαπημένη Ίλυα ”, ένα μεγάλο μιούζικαλ του Μπρόντγουεϊ, βασισμένο στη φημισμένη ταινία του “Ποτέ την Κυριακή”. Στη σκηνή, η Μελίνα είναι ακόμα πιο εκτυφλωτική απ’ ό,τι στην ταινία. Ακόμα και από τον εξώστη, το πλατύ χαμόγελό της μοιάζει με κοντινό πλάνο. Πράγματι, η Μελίνα δίνει την εντύπωση ενός διαρκούς κοντινού πλάνου και μιας παρουσίας που δημιουργεί στο κοινό την επιθυμία να πέσει στην αγκαλιά της». Αθροιστικά, δίνονται 320 παραστάσεις του έργου στο Μπρόντγουεϊ, σε περίοδο περίπου 9 μηνών. Η πρωταγωνίστρια, στον κολοφώνα της δόξας της, αποφασίζει να μην ακολουθήσει τον θίασο στην περιοδεία του έργου, για να αφοσιωθεί στον αντιδικτατορικό αγώνα…

Το 1975, η Μελίνα επιστρέφει στη θεατρική σκηνή της Αθήνας. Παίζει με τον Νίκο Κούρκουλο στην «Όπερα της Πεντάρας» τού Μπέρτολτ Μπρεχτ, που σκηνοθετεί ο Ζυλ Ντασσέν. «Μια Μελίνα όλο ακτινοβολία και σίγουρο θεατρικό ένστικτο» γράφει χαρακτηριστικά ο κριτικός Σπύρος Παγιατάκης στην εφημερίδα «Απογευματινή».

Το 1976 πρωταγωνιστεί στον «μεγαλύτερο ρόλο που γράφτηκε ποτέ» σύμφωνα με την ίδια, τη «Μήδεια» του Ευριπίδη. «Είναι το “παράσημό” μου, το έργο με το οποίο αισθάνομαι ότι δικαιώθηκα για όλους τους αγώνες που έκανα, για την εξορία που έζησα» θα δηλώσει λίγους μήνες πριν φύγει απ’ τη ζωή. Μετά τον θάνατό της, ο Ζυλ Ντασσέν θα παραδεχθεί ότι ήταν η καλύτερη ερμηνεία που είχε κάνει η γυναίκα της ζωής του στο θέατρο, παρά το ότι δεν ήταν εκείνος που την είχε σκηνοθετήσει στη συγκεκριμένη παράσταση15.

Το 1979 επιστρέφει –20 χρόνια σχεδόν μετά– στον ρόλο της «Αλεξάνδρα ντε Λάγκο», υπό της σκηνοθετικές οδηγίες –αυτήν τη φορά– του Ζυλ Ντασσέν. «Έχω δει το “Γλυκό Πουλί της Νιότης” στο εξωτερικό και στον κινηματογράφο. Ειλικρινά, δεν έχω δει καλύτερη “Αλεξάνδρα ντε Λάγκο” από τη Μελίνα» θα πει ο Μάριος Πλωρίτης στη δική του αποτίμηση για τη θεατρική της καριέρα.

Το 1980 θα πραγματοποιηθεί το μεγάλο όνειρό της να παίξει στην Επίδαυρο16. Σε σκηνοθεσία του Καρόλου Κουν, ενσαρκώνει την «Κλυταιμνήστρα» στην τριλογία «Ορέστεια» του Αισχύλου. Στο κοίλον του αρχαίου θεάτρου συναθροίζονται 35.000 θεατές σ’ ένα σαββατοκύριακο. Αυτή θα είναι η θριαμβευτική, δίκαιη αυλαία μιας μεγαλειώδους πορείας στο θεατρικό σανίδι…

Σήμερα, μπορεί να ειπωθεί με βεβαιότητα ότι η Μελίνα ήταν μια θεατρική ηθοποιός που γεννούσε τους ρόλους που της εμπιστεύονταν από τις πρόβες κιόλας. Μια γέννα που η ίδια συνήθιζε να αντιπαραβάλει με την έλλειψη μητρότητας στην πραγματική της ζωή. Ίσως γι’ αυτό ο “τοκετός” να ήταν πάντα πρόωρος. Οι χαρακτήρες που θα υποδυόταν είχαν εκ των προτέρων έναν άνισο αγώνα με την πληθωρική της προσωπικότητα. Ήταν αναπόφευκτο να επιβληθεί στις ηρωίδες της, γιατί από τη φύση της ήταν ισχυρότερη. Γι’ αυτό, άλλωστε, και πολλές από αυτές δεν υπήρξαν καν πριν απ’ αυτήν, αλλά γεννήθηκαν εξαιτίας της στο μυαλό και την ψυχή των θεατρικών συγγραφέων…

Η Μελίνα είχε τη δύναμη να αναστατώνει τις αισθήσεις στην πλατεία. Δεν είναι τυχαίο ότι δεν επαινέθηκε τόσο για την αυστηρή τεχνική της, όσο θαυμάστηκε για την εκρηκτική σκηνική παρουσία της. Ήταν πρώτα μοιραία γυναίκα και μετά επαγγελματίας θεατρίνα. Μάγευε τους θεατές κυρίως με την αλήθεια της ίδιας της ύπαρξής της και δευτερευόντως με τη θεατρικότητα των κινήσεων της. Ένα αληθινό φαινόμενο που δύσκολα θα επαναληφθεί στα ελληνικά θεατρικά δρώμενα… 



ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ
«Στέλλα, φύγε!»

Το 195517, σε ηλικία 35 χρονών, η Μελίνα κάνει την πρώτη της εμφάνιση στο κινηματογραφικό πανί πρωταγωνιστώντας στη «Στέλλα». Το σενάριο της ταινίας είναι βασισμένο στο θεατρικό έργο «Η Στέλλα με τα Κόκκινα Γάντια». Ένα θεατρικό έργο που έγινε κατευθείαν ταινία, πριν προλάβει να γίνει θεατρική παράσταση, καθώς ο σκηνοθέτης Μιχάλης Κακογιάννης δεν μπορούσε να αφήσει ανεκμετάλλευτη τη «ζωντανή θύελλα» που έλεγε ότι έβλεπε στο πρόσωπο της Μελίνας. «Ο χαρακτήρας της ηρωίδας είχε σαν πρώτη ύλη τον έντονο ψυχισμό και την ορμή της ίδιας της Μελίνας» θα ομολογήσει εκ των υστέρων και ο θεατρικός συγγραφέας Ιάκωβος Καμπανέλλης, που είδε στη νεαρή ηθοποιό, με τα πολύ κοντά, αγορίστικα μαλλιά, την «πιο χειραφετημένη γυναίκα στην Ελλάδα».

Στον ελληνικό Τύπο της εποχής εκφράζονται σοβαρές επιφυλάξεις για το τολμηρό θέμα της ταινίας, αλλά όλοι εξαίρουν την ερμηνεία της πρωταγωνίστριας. «Στον τομέα της ερμηνείας, η ταινία είναι μια σχεδόν ολοκληρωτική επιτυχία» γράφει ο Μάριος Πλωρίτης στην εφημερίδα «Ελευθερία». «Η Μελίνα Μερκούρη εισελαύνει, μπορείς να πεις, στην ελληνική οθόνη, παίζοντας μ’ έναν αναντικατάστατο αυθορμητισμό την ατίθαση Στέλλα, δίνοντας ζωντάνια και πειστικότητα στις περισσότερες εκρήξεις της». «Στο σύνολο, η “Στέλλα” της είναι, από την υποκριτική άποψη, ο πρώτος χαρακτήρας τού ελληνικού κινηματογράφου» καταλήγει ο γνωστός κριτικός. «Κι ένα καθαρά θετικό σημείο της ταινίας: μας αποκαλύπτει μια καταπληκτική ηθοποιό του κινηματογράφου, τη Μελίνα Μερκούρη» αναφέρει ο Κώστας Σταματίου στην εφημερίδα «Αυγή», παρατηρώντας ότι «χρησιμοποιεί τις υποκριτικές της δυνατότητες με αφάνταστη φυσικότητα, σε μια κλίμακα που πάει απ’ την πιο φτηνή χυδαιότητα ως τον πιο δυνατό δραματικό τόνο. Νιώθεις πως βλέπεις μια ηθοποιό κι όχι κάποια χολιγουντιανή άψυχη κούκλα. Μέχρι σήμερα ο ελληνικός κινηματογράφος δεν μας έχει δώσει τέτοια παρουσία». Ο καλλιτεχνικός συντάκτης του «Έθνους» Αχιλλέας Μαμάκης κάνει λόγο για το «νέο υποκριτικό απόκτημα της εγχωρίου Έβδομης Τέχνης», επαινώντας την «έκτακτη ενσάρκωση» της «Στέλλας» από τη Μελίνα. Σήμερα, πολλοί έλληνες κριτικοί διατείνονται ότι η «Στέλλα» θα μπορούσε να διεκδικήσει τον τίτλο της καλύτερης ταινίας στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου.

Στο εξωτερικό, η ταινία αντιμετωπίζεται με θαυμασμό και επαίνους. Κερδίζει τη Χρυσή Σφαίρα στην κατηγορία της καλύτερης ξενόγλωσσης και εκπροσωπεί επίσημα την Ελλάδα στο Φεστιβάλ Καννών. Παρότι θεωρείται φαβορί για τον Χρυσό Φοίνικα, και η πρωταγωνίστρια επικρατέστερη για το βραβείο καλύτερης ηθοποιού, κανένα18 από τα δύο βραβεία δεν καταλήγει σε ελληνικά χέρια. Η Ίζα Μιράντα, μέλος της κριτικής επιτροπής του Φεστιβάλ, για να εξευμενίσει τις αντιδράσεις, απονείμει στη Μελίνα ένα ειδικό βραβείο ερμηνείας, με το όνομά της («Isa Miranda»). Στις Κάννες είναι που η ελληνίδα ηθοποιός θα γνωρίσει πρώτη φορά από κοντά τον Ζυλ Ντασσέν, μετέπειτα σύντροφο της ζωής της και σκηνοθέτη των μεγαλύτερων επιτυχιών της στη μεγάλη οθόνη. Οι «Times» της Νέας Υόρκης αφιερώνουν ολόκληρο άρθρο για τη «Στέλλα» με τίτλο: «Νεορεαλισμός από την Αθήνα. Μελόδραμα με πρωταγωνίστρια τη Μελίνα Μερκούρη», το οποίο υπογράφει ο διακεκριμένος κριτικός Μπόσλεϋ Κράουδερ. Ο Κράουδερ περιγράφει την πρωταγωνίστρια ως μια απαστράπτουσα ηθοποιό, που παίζει με ξέφρενο ρυθμό και ξεχειλίζει από ζωντάνια. Ήταν η πρώτη και η τελευταία ταινία στην οποία η Μελίνα θα μιλούσε ολοκληρωτικά ελληνικά. Ο διεθνής κινηματογράφος είχε ήδη ανοίξει την αγκαλιά του για να υποδεχθεί το νέο του αστέρι…

Στις 18 Οκτωβρίου 1960 κάνει πρεμιέρα στον κινηματογράφο «Plaza Theatre» της Νέας Υόρκης η ταινία «Ποτέ την Κυριακή». Ακριβώς έναν μήνα μετά προβάλλεται πρώτη φορά και στο Λονδίνο, στον κινηματογράφο «London Pavillion». Η επιτυχία της είναι συγκλονιστική. Στη Νέα Υόρκη παίζεται για 25 συνεχείς εβδομάδες, κατακτώντας τη 19η θέση στο αμερικανικό box office του 1960. 4 εκατομμύρια δολάρια εισπράξεις στην Αμερική και περίπου 15 εκατομμύρια σε όλον τον κόσμο! «Την επιτυχία πουθενά δεν την αισθάνεσαι όπως στην Αμερική. Περνούσα από τα μαγαζιά και έπαιζαν όλα τα “Παιδιά του Πειραιά”. Παντού άκουγα τη φωνή μου. Ήταν μια παράκρουση» θυμάται δεκαετίες αργότερα η ίδια η Μελίνα. Σίγουρα, το «Ποτέ την Κυριακή» είναι η ταινία που την έκανε γνωστή σε όλα τα μήκη και πλάτη της Γης.

Οι κριτικές δεν θα μπορούσαν να κινούνται σε διαφορετικά μήκη κύματος. «Mercurial Melina» τιτλοφορείται το άρθρο του κριτικού Ρόμπερτ Τζίνα στους «New York Times», σε ένα λογοπαίγνιο του επωνύμου της Μελίνας με την αγγλική λέξη «mercury» (υδράργυρος). «Η Μελίνα Μερκούρη, μια ασυγκράτητη ελληνίδα ηθοποιός, με μαλλιά στο χρώμα του μελιού και χαμόγελο τίγρεως, μπορεί να έχει κάνει περισσότερα για την Ελλάδα από την Ακρόπολη, τον λόρδο Βύρωνα και το Σχέδιο Μάρσαλ συνδυασμένα. Στον κύριο ρόλο του “Ποτέ την Κυριακή”, μιας ταινίας χαμηλού κόστους (125.000 δολαρίων), με θέμα μια κυρία εύκολης αρετής, η Μελίνα έσπασε τα ρεκόρ εισπράξεων σ’ όλη τη Γη, άναψε μια φωτιά –που ακόμη συνεχίζεται– για τη μουσική της Ανατολικής Μεσογείου και βοήθησε στο να αρχίσει ένα τεράστιο ενδιαφέρον για τα σκηνογραφικά θαύματα και του ελληνικού τοπίου, και των Ελληνίδων. Ίσως δεν πρόκειται περί συμπτώσεως το γεγονός ότι, από τότε που προβλήθηκε το “Ποτέ την Κυριακή”, ο τουρισμός στην Ελλάδα έχει διπλασιαστεί. Σχεδόν μισό εκατομμύριο επισκεπτών θα εισβάλλουν στην ελληνική χερσόνησο τούτο τον χρόνο, αναζητώντας όχι μόνο στέγη και μαρμάρινα αγάλματα, αλλά και τη μουσική με τα μπουζούκια, το ελληνικό κρασί και το ασυγκράτητο κέφι. Όλα αυτά τα στοιχεία τα οποία πρόβαλε ζωηρά η ταινία “Ποτέ την Κυριακή”».

Στα Όσκαρ του 1961, η ταινία είναι υποψήφια σε πέντε διαφορετικές κατηγορίες (σκηνοθεσίας, σεναρίου, α΄ γυναικείου ρόλου, τραγουδιού και κουστουμιών), κερδίζοντας σε μία, την κατηγορία του τραγουδιού, με τα «Παιδιά του Πειραιά» του Μάνου Χατζιδάκι να γνωρίζουν δεκάδες επανεκτελέσεις σε όλον τον κόσμο. Εκ των υστέρων, θα θεωρηθεί σοβαρή παράλειψη η μη πρόταση της ταινίας στην κατηγορία της καλύτερης ξενόγλωσσης, όπου πολύ δύσκολα θα έχανε από κάποια άλλη…

Το 1962, η Μελίνα πρωταγωνιστεί στη δραματική ταινία «Φαίδρα», στον ομώνυμο  ρόλο, με συμπρωταγωνιστή της τον Άντονι Πέρκινς. Το σενάριο φέρει την υπογραφή της Μαργαρίτας Λυμπεράκη και είναι παρμένο από την αρχαία τραγωδία «Ιππόλυτος» του Ευριπίδη. Η υπόθεση έχει μεταφερθεί από το παλάτι του μυθικού Θησέα στον εφοπλιστικό κόσμο της εποχής. «Αγάπησα τη “Φαίδρα” πάρα πολύ» θα δηλώσει δεκαετίες αργότερα η Μελίνα. «Και λάτρεψα τον Τόνι Πέρκινς, ο οποίος είναι υπέροχος συνεργάτης και μου έμαθε να είμαι μέσα στο φως – γιατί εγώ κι εκεί ήμουν πολύ αναρχική. Δεν καθόμουν για το γκρο πλαν!»

Το 1964 προβάλλεται η αστυνομική περιπέτεια «Τοπ Καπί». Η ταινία σημειώνει πολύ μεγάλη εμπορική επιτυχία, με εισπράξεις 7 εκατομμυρίων δολαρίων19. «Τα διαμάντια μπορεί να είναι ο καλύτερος φίλος της γυναίκας, αλλά τα σμαράγδια, τα οποία είναι πιο σπάνια και πιο ακριβά, μπορούν να τη συναρπάσουν. Ειδικά αν πρόκειται για τη Μελίνα Μερκούρη, με τις αστραφτερές ανταύγειες στα όμορφα μάτια της» γράφει η εφημερίδα «Chicago Tribune».

Το 1970, η Μελίνα δίνει μια εξαιρετική ερμηνεία στην «Υπόσχεση την Αυγή». Η ταινία είναι βασισμένη στο φερώνυμο αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του διάσημου γάλλου συγγραφέα Ρομαίν Γκαρύ. Σύμφωνα με πολλούς αμερικανούς κριτικούς, η Μελίνα άξιζε ακόμα και το Όσκαρ για το ρόλο της Νίνας…

Βλέποντας σήμερα τις ταινίες αυτές, δεν μπορείς παρά να μακαρίζεις τον Μιχάλη Κακογιάννη στον οποίο οφείλεται η ενασχόληση της Μελίνας με την Έβδομη Τέχνη και τον Ζυλ Ντασσέν που αφιέρωσε την καριέρα του σε εκείνη. Αμφότεροι εστίασαν τον κινηματογραφικό τους φακό σε μια γυναίκα που ήξερε πώς να τον γοητεύει και να τον κατακτά. Το ουσιαστικό «φακός», εξάλλου, είναι αρσενικού και όχι θηλυκού γένους. Κι η Μελίνα είχε τον τρόπο να ασκεί επιρροή σε κάθε αρσενικό…

Ο υπερχειλίζων ερωτισμός της μερκούρειας φύσης αποτέλεσε την πρώτη ύλη, αλλά και τον πυρήνα των ερωτικών ιστοριών που εκτυλίχθηκαν στο κινηματογραφικό πανί. Οι σκηνοθέτες τον κατέγραψαν και τον πέρασαν έτσι στην αιωνιότητα, ώστε να διεγείρει συναισθήματα στους απανταχού τηλεθεατές για πάντα. Όσοι είδαν τότε τη Μελίνα στη μεγάλη οθόνη, στις πρώτες προβολές των ταινιών, πιθανότατα θα αμφέβαλλαν αν η οθόνη ήταν αρκούντως μεγάλη για τη συγκεκριμένη ηθοποιό. Το πλάσμα αυτό φαινόταν σαν μη χωράει πουθενά. Παρομοιάστηκε με ένα μεγάλο πουλί όχι μόνο λόγω του μήκους των άκρων της, αλλά και για τις ερμηνείες της στον κινηματογράφο. Ό,τι έχει φτερά δεν μπορεί να μείνει ποτέ στάσιμο σε ένα σημείο, άλλωστε. Θέλει πάντα να φτερουγίζει. Έτσι ήταν και η κινηματογραφική Μελίνα



ΤΡΑΓΟΥΔΙ
«Αγάπη που ’γινες δίκοπο μαχαίρι…»

Η Μελίνα Μερκούρη έκανε περισσότερες από 90 ηχογραφήσεις που κυκλοφόρησαν στην επίσημη δισκογραφία. Η δημοσιογραφική έρευνα καταδεικνύει ότι σώζονται τουλάχιστον άλλες 50 ανέκδοτες ερμηνείες της, από ταινίες, τηλεοπτικές ή ραδιοφωνικές εκπομπές, παραστάσεις ή συναυλίες. Αθροιστικά, τραγούδησε περισσότερους από 30 συνθέτες και 40 στιχουργούς.

Απ’ όλα τα τραγούδια που ερμήνευσε, ειδικής μνείας χρήζουν βέβαια τα «Παιδιά του Πειραιά» του Μάνου Χατζιδάκι, από την ταινία «Ποτέ την Κυριακή» (1960). Πούλησαν περισσότερους από 50 εκατομμύρια δίσκους και, εν τέλει, αναδείχθηκαν σε ένα από τα δέκα πιο εμπορικά τραγούδια του 20ου αιώνα. Χρειάστηκε, δε, να περάσουν 45 ολόκληρα χρόνια, σχεδόν μισός αιώνας, ώστε να μπορέσει για δεύτερη φορά20 ένα μη αγγλόφωνο τραγούδι –όπως αυτό– να κερδίσει το Όσκαρ Τραγουδιού.

Αναμφίβολα, η Μελίνα ήταν μια από τις ερμηνευτικές μούσες του Χατζιδάκι, αφού είχε τα πρωτεία στην ερμηνεία αθάνατων τραγουδιών του, που στη συνέχεια γνώρισαν δεκάδες επανεκτελέσεις. Είπε πρώτη13 το «Χάρτινο το Φεγγαράκι», σε στίχους του Νίκου Γκάτσου, ως θεατρική «Μπλανς Ντιμπουά», το 1949, και τα «Αγάπη που ’γινες Δίκοπο Μαχαίρι» και «Επτά Τραγούδια θα σου πω», σε στίχους του Μιχάλη Κακογιάννη, ως κινηματογραφική «Στέλλα», το 1955.

Στη «Φαίδρα» (1962), ερμήνευσε τα ερωτικά τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη «Αστέρι μου, Φεγγάρι μου» (σε στίχους Γιάννη Θεοδωράκη) και «Σε Πότισα Ροδόσταμο» (σε στίχους Νίκου Γκάτσου). Το αμερικανικό μουσικό περιοδικό «Billboard», στην κριτική του για τον δίσκο με τη μουσική της ταινίας, είχε χαρακτηρίσει τη φωνή της Μελίνας ως μεσογειακή εκδοχή εκείνης της Μάρλεν Ντίτριχ, με μια επιπλέον γήινη και αισθησιακή χάρη…

Συγκλονιστική ήταν η ερμηνεία της και στον «Καημό» των Μίκη ΘεοδωράκηΔημήτρη Χριστοδούλου, που ηχογράφησε το 1962. Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι και μόνο αυτή η ηχογράφησή της είναι αρκετή, συγκρινόμενη ασυναίσθητα με τις δεκάδες διαφορετικές εκτελέσεις του εν λόγω τραγουδιού, για να θαυμάσει κάποιος την τραγουδίστρια Μελίνα.

Για τις ανάγκες του τηλεοπτικού ντοκιμαντέρ «Η Ελλάδα της Μελίνας» (1964) συνεργάστηκε με τον Σταύρο Ξαρχάκο ερμηνεύοντας τα τραγούδια «Να με Θυμάσαι και να μ’ Αγαπάς» (σε στίχους Βαγγέλη Γκούφα), «Τι Έχει και Κλαίει το Παιδί» (σε στίχους Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου) και «Σαββατόβραδο στην Καισαριανή» (σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου). Ο στίχος «Να με θυμάσαι, να μ’ αγαπάς», με την υπογραφή της Μελίνας, γράφτηκε μεταξύ άλλων στην επιτύμβια πλάκα της…

Η Μελίνα, όταν τραγουδούσε, “κάρφωνε” τις λέξεις σαν μαχαιριές στο μικρόφωνο. Τις χώριζε μία-μία και τις τόνιζε, σαν να ήθελε να δείξει πόση αξία έδινε σε καθεμιά. Γινόταν ένα με τους στίχους, τους οποίους βίωνε στο πετσί της. Στην πραγματικότητα, απλά έπαιζε έναν ακόμα θεατρικό ρόλο. Καθετί που έχει καταγραφεί στη δισκογραφία με εκείνη ερμηνεύτρια μοιάζει με ένα μικρό θεατρικό μονόπρακτο. Η ενασχόλησή της με το τραγούδι δεν ήταν συμπλήρωμα αλλά φυσική προέκταση της ενασχόλησής της με την υποκριτική. Ακουγόταν βραχνή από τα χιλιάδες τσιγάρα, αλλά με μια βραχνάδα γλυκιά, που αντανακλούσε τον μεσογειακό ερωτισμό και τη ζεστασιά της ελληνικής επικοινωνίας. Μια φωνή που έμοιαζε να βγαίνει σαν λάβα από το ελληνικό ηφαίστειο της Σαντορίνης…



ΑΝΤΙΔΙΚΤΑΤΟΡΙΚΗ ΔΡΑΣΗ
«“Ελευθερία ή θάνατος” το λάβαρό μας γράφει…»

Σίγουρα, δεν είναι λίγοι εκείνοι που διεκδίκησαν μετά τη Χούντα τον τίτλο του αντιστασιακού για ίδια οφέλη. Υπάρχουν, όμως, και οι εξαιρέσεις. Μια από τις ελάχιστες Ελληνίδες που τον δικαιούνται απόλυτα, έστω κι αν δεν προσπάθησαν να τον εξαργυρώσουν μεταπολιτευτικά, είναι η Μελίνα Μερκούρη

Το 1968, ο αγνός και άδολος πατριωτισμός της Μελίνας την οδηγεί να θυσιάσει ανενδοίαστα την καριέρα της στην υποκριτική. Η απόφαση λαμβάνεται σε μια στιγμή που καθιστά τη θυσία αυτή καλλιτεχνική αυτοχειρία. Είναι η εποχή που το άστρο της βασιλεύει στην Αμερική, καθώς θριαμβεύει κάθε βράδυ στο Μπρόντγουεϊ, στον ρόλο της «Ίλυα» από το «Ποτέ την Κυριακή». Είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν κάποια άλλη σταρ, τέτοιου βεληνεκούς, θα έδειχνε πότε τόσο έμπρακτα την απουσία ματαιοδοξίας, μπροστά στο “κάλεσμα” της πατρίδας της. Η Μελίνα ακούει τη φωνή της συνείδησής της και αφοσιώνεται ψυχή τε και σώματι στον αντιδικτατορικό αγώνα…

Μέχρι και την τελευταία21 εμφάνισή της, κάθε βράδυ, μετά την αυλαία, τραγουδά τον «Ζορμπά» του Μίκη Θεοδωράκη και μιλάει εναντίον της Χούντας. Οι απειλές για τη ζωή της γίνονται η καθημερινή της πραγματικότητα. Το FBI υποχρεώνεται να την προστατεύει κατά τη διάρκεια των παραστάσεων και να τη συνοδεύει στη μετακίνησή της από και προς το θέατρο Μαρκ Χέλινγκερ.

Οι κυρώσεις εναντίον της από την Αθήνα πέφτουν σαν βροχή. Το συσταθέν από τη δικτατορία Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών τη διαγράφει από τα μητρώα του. Το Ελληνικό Επιμελητήριο Τουρισμού την ανακηρύσσει εχθρό του ελληνικού τουρισμού. Το σοβαρότερο, η Χούντα τής αφαιρεί την ελληνική υπηκοότητα και δημεύει την περιουσία της στην Ελλάδα. Η Μελίνα, αγέρωχη, δεν πτοείται. Η απάντησή της στην αφαίρεση της ιθαγένειας περνάει στην ιστορία: «Γεννήθηκα Ελληνίδα και θα πεθάνω Ελληνίδα. Ο Παττακός γεννήθηκε φασίστας και θα πεθάνει φασίστας. Αν θέλει να με κάνει Ζαν ντ’ Αρκ, είναι δικαίωμά του».

Αρχίζει περιοδεία κατά της Χούντας στην Ευρώπη, με πρώτο σταθμό το Λονδίνο, όπου μιλά στην πλατεία Τραφάλγκαρ στις 21 Απριλίου 1968 («την επέτειο της ντροπής», όπως χαρακτηριστικά λέει). Τηλεοπτικά στιγμιότυπα με τη Μελίνα πάνω στην εξέδρα, ντυμένη με το αγαπημένο της κόκκινο φόρεμα, να τραγουδά «το μέτωπο τούς Έλληνες καλεί ξανά στη μάχη» και «τούτο το χώμα είναι δικό τους και δικό μας» διασώζονται μέχρι σήμερα και προκαλούν ρίγος. Μετά το Λονδίνο, ακολουθούν το Όσλο, η Στοκχόλμη, το Ελσίνκι, το Βερολίνο, το Στρασβούργο, το Ντύσσελντορφ, το Άμστερνταμ, οι Βρυξέλλες και το Παρίσι. Στις 7 Μαρτίου 1969 στο Θέατρο της Γένοβας, όπου θα μιλούσε, ανακαλύπτεται –ευτυχώς εγκαίρως– βόμβα που σκόπευε να τη σκοτώσει αδιαφορώντας για τις “παράπλευρες απώλειες” στους θεατές. Λίγους μήνες αργότερα, κάτι παρόμοιο συμβαίνει στο Βέλγιο. Εκείνη είναι άοπλη. Μόνο όπλο της, ο ανυπότακτος λόγος της. Ομιλίες, συνεντεύξεις, τραγούδια. Ταξιδεύει συνολικά σε 14 διαφορετικές χώρες με έναν και μόνο στόχο: να ευαισθητοποιήσει την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη εναντίον του καθεστώτος της Αθήνας.

Το 1971 κυκλοφορεί η αυτοβιογραφία της, με τίτλο «Γεννήθηκα Ελληνίδα». Τα έσοδα από τις πωλήσεις της διατίθενται στον αντιδικτατορικό αγώνα. Η Μελίνα ξεκινάει το βιβλίο της με τη φράση: «Εκείνο που αγαπώ περισσότερο στον κόσμο είναι η Ελλάδα…»

Η Χούντα τής απαγορεύει την είσοδο στη χώρα. Η χρόνια απουσία της από τα πάτρια εδάφη τής προκαλεί μεγάλη θλίψη. «Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς την Ελλάδα. Νομίζω ότι η μεγαλύτερη θυσία που έκανα στη ζωή μου ως άνθρωπος είναι ότι κατάφερα να μείνω εξορία 7,5 ολόκληρα χρόνια» θα δηλώσει χρόνια αργότερα. Σε μια απέλπιδα προσπάθεια, ταξιδεύει στα παράλια της Τουρκίας και περιμένει τα πλοία που πηγαινοέρχονται από τη Σάμο, για να μάθει νέα από την πατρίδα. Η κίνησή της αυτή περιγράφεται στο γαλλικό τραγούδι «Les Bateaux de Samos» («Τα πλοία από τη Σάμο»)22, που ηχογραφεί στο Παρίσι το 1972. Η αιώνια Ελληνίδα παίρνει στη γαλλική πρωτεύουσα ένα βάζο με νερό από τα ελληνικά ύδατα και ένα χαλίκι από την ελληνική γη, για να έχει στο σπίτι της κάτι από Ελλάδα…

Προς το τέλος της ζωής της, η Μελίνα εκμυστηρεύεται στους οικείους της μια μακάβρια αλλά ταυτόχρονα συγκλονιστική επιθυμία της. Να ταφεί ντυμένη με το κόκκινο φουστάνι που φορούσε σ’ όλη τη διάρκεια του αντιδικτατορικού αγώνα, όταν “όργωνε” την Ευρώπη. Ο θάνατός της στην Αμερική καθιστά αδύνατο κάτι τέτοιο και το φουστάνι τοποθετείται τελικά στο φέρετρό της, δίπλα στη σωρό της. Στο μνήμα της, οι ημερομηνίες γέννησης και θανάτου της συνοδεύονται με τις φράσεις «Γεννήθηκε Ελληνίδα, Πέθανε Ελληνίδα», από τη μνημειώδη απάντησή της στους συνταγματάρχες…



«Και αν με ρωτήσετε αν θα ζω όταν τα μάρμαρα του Παρθενώνα επιστρέψουν στην Ελλάδα, 
σας λέω πως ναι, θα ζω. Αλλά κι αν ακόμη δεν ζω πια, θα ξαναγεννηθώ…»


ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ
«Η βαριά βιομηχανία της Ελλάδας…»

Το 1974, με πρόταση του Ανδρέα Παπανδρέου, η μεγάλη ηθοποιός πολιτεύεται σε μια εκλογική περιφέρεια του Πειραιά και όχι της Αθήνας. Ο ιδρυτής του ΠΑΣΟΚ δεν ξεχνά πως η υποψήφιά του έχει κάνει γνωστό σε όλον τον κόσμο το μεγαλύτερο λιμάνι της χώρας τραγουδώντας τα «Παιδιά του Πειραιά». 

Το 1977, η Μελίνα εκλέγεται βουλευτής στη Β΄ Περιφέρεια Πειραιά. Ο σκηνοθέτης Φράνκο Τζεφιρέλι τής προσφέρει 300.000 δολάρια για να παίξει τη «Φιλουμένα Μαρτουράνο» στον κινηματογράφο, αλλά εκείνη αρνείται. «Έχω κάνει ένα συμβόλαιο με τους 14.000 ανθρώπους που με ψήφισαν να τους υπηρετήσω».

Το 1981, με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, αναλαμβάνει το Υπουργείο Πολιτισμού και γίνεται η εξαίρεση στους δεκάδες ανασχηματισμούς που αποφασίζει κατά τη διάρκεια της πρωθυπουργικής του θητείας ο Ανδρέας Παπανδρέου. Παραμένει αμετακίνητη και αναντικατάστατη στη θέση της. Κατά γενική ομολογία, είναι το πιο λαμπερό πρόσωπο της παράταξής της. Ο πρωθυπουργός αξιοποιεί την ακτινοβολία της για να προσεγγίσει κορυφαίους ξένους ηγέτες και να προβάλει τις εθνικές θέσεις.

Η Μελίνα, από την πλευρά της, μεταμορφώνει το Υπουργείο Πολιτισμού σε ένα δεύτερο Υπουργείο Εξωτερικών. Πλάσμα ρηξικέλευθο και ασυμβίβαστο, σπάει κάθε “πρωτόκολλο” στις συναντήσεις με ομολόγους της και αρχηγούς κρατών. Παρότι φαινομενικά εκπροσωπεί μια μικρή χώρα, υποχρεώνει τους πάντες να την αντιμετωπίσουν επί ίσοις όροις, αξιοποιώντας τα επικοινωνιακά της χαρίσματα. Την απαράμιλλη πειθώ, την κοσμοπολίτικη συμπεριφορά και την αφοπλιστική αμεσότητά της.

Ετοιμόλογη και ατακαδόρα, καταφέρνει να “στριμώξει” μπροστά στις κάμερες τον τότε διευθυντή του Βρετανικού Μουσείου, Ντέιβιντ Γουίλσον, για να συναινέσει στην επιστροφή των Μαρμάρων23 του Παρθενώνα από το Λονδίνο στο αθηναϊκό μνημείο. Ένα αλησμόνητο τηλεοπτικό στιγμιότυπο, που παρακολουθούν εκατομμύρια τηλεθεατές από όλον τον κόσμο. Όλα έχουν ξεκινήσει με δική της πρωτοβουλία, το 1982, όταν, ως Υπουργός Πολιτισμού, προβάλλει το αίτημα της ελληνικής κυβέρνησης στη Γενική Διάσκεψη του Εκπαιδευτικού, Επιστημονικού και Πολιτιστικού Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών.

«Η βασική βιομηχανία της Ελλάδας, η πιο μεγάλη, είναι η Τέχνη, ο Πολιτισμός» υπογραμμίζει επανειλημμένα στις συνεντεύξεις της. Παρά τους περιορισμένους πόρους που διατίθενται για το υπουργείο της, παράγει κι εκείνη έργο που προσιδιάζει σε βιομηχανική παραγωγή ως προς τον όγκο του. Στην ελληνική επαρχία, ιδρύει δέκα Δημοτικά Περιφερειακά Θέατρα. Στην Αθήνα, συλλαμβάνει την ιδέα της ενοποίησης του ιστορικού κέντρου, στον άξονα Ιερά Οδός – Πλάκα – Στύλοι Ολυμπίου Διός, για να δημιουργηθεί ένα ενιαίο αρχαιολογικό πάρκο, και δρομολογεί την πρώτη ανάθεση έργου για τη σχετική μελέτη. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, πείθει τους δέκα ηγέτες τής τότε Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας για την εγκαινίαση ενός νέου ευρωπαϊκού πολιτιστικού θεσμού, της Ευρωπαϊκής Πόλης Πολιτισμού, μετέπειτα24 Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης. Το 1985, η Αθήνα γίνεται η πρώτη Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης. Μεταξύ άλλων δεκάδων ευρωπαϊκών πόλεων, ακολουθούν η Θεσσαλονίκη (το 1997) και η Πάτρα (το 2006).

Υπουργός Πολιτισμού μέχρι την τελευταία της ανάσα, η Μελίνα Μερκούρη άφησε πίσω της πρωτόγνωρο έργο, αλλά και ανεκπλήρωτα οράματα. Ισχυρή παρακαταθήκη αλλά, ταυτόχρονα, βαριά υποχρέωση συνέχισης των προσπαθειών της από τις επόμενες γενιές Ελλήνων…



ΜΙΑ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ
«Φωτιές ανάβανε μες τα δυο της μάτια…»

Τα πάντα πάνω της ξεπερνούσαν το μέτρο. Από το χαμόγελο μέχρι το μήκος των άκρων της. Σε αυτό συγκλίνουν όσοι τη γνώρισαν και προσπάθησαν να την περιγράψουν. Τα μάτια της; Μεγάλα, υγρά, πυρετώδη, ατίθασα, εξέφρασαν τη θέλησή της για τη ζωή. Κοίταζαν τον συνομιλητή τους κατάματα, με ζέση, και τον καθήλωναν. Έλεγαν πως σπινθηροβολούσαν όταν μιλούσε για ό,τι παθιαζόταν. Ένα μοναδικό βλέμμα, προκλητικό και άγριο όταν έπαιζε. Το στόμα της; Τεράστιο σε πλάτος, φαινομενικά αντικινηματογραφικό. Όταν γελούσε, τη μεταμόρφωνε σ’ έναν ασυγκράτητο ηχητικό χείμαρρο – μνημειώδη σε όσους τον έζησαν. Τα χείλη της; Μονίμως αξεδίψαστα. Η φωνή της; Λάγνα, βραχνή, με εμφανή τα σημάδια από τον καπνό που εισέπνεε αχόρταγα, αψηφώντας τις συνέπειες. Τα χέρια της; Έμοιαζαν με φτερά ενός μεγάλου πουλιού, έτοιμου να αγκαλιάσει όλον τον κόσμο. Τα μαλλιά της; Στο χρώμα του μελιού. Κατά έναν μοιραίο τρόπο, στο ίδιο χρώμα με εκείνα των ματιών της. Σχεδόν πάντα χυτά και ακατάστατα. Το πρόσωπό της; Άλλοτε δραματικό, κι άλλοτε φωτεινό και ακτινοβόλο. Το σώμα της; Λυγερό και αισθησιακό. Απέπνεε μια σπάνια ερωτική αύρα και προκαλούσε την έλξη…

Η φύση της; Πρωτόγονη και ανυπότακτη. Η φαινομενική αδεξιότητά της δεν ήταν ψεγάδι αλλά βασικό στοιχείο της γοητείας της. Όλοι τη θυμούνται σήμερα ξυπόλυτη, καθιστή πάνω στα διπλωμένα της πόδια. Μια γυναίκα που δεν μπορούσε να υπακούσει σε νόρμες και να χωρέσει πουθενά ως ημίμετρο. Όπως είχε γραφτεί, ήταν ολόκληρη μπροστά σου ή απουσίαζε. Ποτέ κάτι ενδιάμεσο. Στην ουσία της, αναγνωριζόταν ως η πιο χαρακτηριστική εκδοχή του δαιμονισμένου θηλέος…

Η προσωπικότητα της; Αδύνατον να περιγραφεί! Είχε ένα ειδικό βάρος που παντού και πάντα επιβαλλόταν, μαγνητίζοντας τον περίγυρο. Δεν είναι τυχαίο ότι αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για τη συγγραφή νέων έργων από θεατρικούς ογκόλιθους, όπως ο Ιάκωβος Καμπανέλλης και ο Τέρενς Μακ Νάλλυ. Τα θεατρικά έργα «Η Στέλλα με τα Κόκκινα Γάντια», «Master Class» και «Cuba Si» γεννήθηκαν για εκείνη, όπως ομολόγησαν εκ των υστέρων οι συγγραφείς τους.

Αν έπρεπε να ειπωθεί μία φράση μόνο, η Μερκούρη ήταν η απόλυτη ενσάρκωση της Ελλάδας. Αν βαφτιζόταν ξανά σήμερα, θα είχε κάθε δικαίωμα να επιλέξει το «Ελλάδα» για μικρό της όνομα αντί του «Μελίνα». Προσωποποίησε, εκτός από την ίδια τη ζωή, τα ιδανικά της πατρίδας μας. Την ελευθερία, την αξιοπρέπεια και την αλληλεγγύη. Με το πάθος που χαρακτηρίζει το ελληνικό γονίδιο…



Ο ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ
«Από μικρό παιδί με σιχαινόντουσαν ή με λάτρευαν…»

Τη σιχαινόντουσαν οι συντηρητικοί και σνομπ τύποι. Τη λάτρευαν οι απλοί και λαϊκοί άνθρωποι. Εκατοντάδες είναι αυτοί που αισθάνονται σήμερα περήφανοι που τη γνώρισαν. Συνήθως, δεν μιλούν για προτερήματα ή ελαττώματα, καθώς ούτε ο χαρακτήρας της μπορούσε να υποταχθεί σε αυτό το δίπολο. Είχε αυτό το θείο χάρισμα ακόμα κι όταν κάποιος διαφωνούσε πλήρως μαζί της, να την αγαπάει. Ήταν αχόρταγη για εκδηλώσεις αγάπης, γιατί ξεχείλιζε πρώτα η ίδια από αυτό το συναίσθημα. Έκανε τον άλλον να αισθάνεται δικός της άνθρωπος με την απλότητα, την αμεσότητα και τη ζεστασιά που εξέπεμπε. Το μόνο πράγμα που την εξόργιζε ήταν η έλλειψη μπέσας. Ίσως γιατί ήταν άντρας στις σχέσεις της με τους άλλους ανθρώπους. Στο περιβάλλον της δεν υπήρξε ποτέ “αυλή”, παρά μόνο πραγματικοί φίλοι. Φίλοι στους οποίους είχε τυφλή αφοσίωση και δινόταν ολοκληρωτικά.

Σε ερώτηση δημοσιογράφου για το τι θα ήθελε να γίνει άμα πεθάνει, είχε απαντήσει: «Ένα ελληνικό λαϊκό τραγούδι». Παρά την αστική της καταγωγή, ήταν βαθιά λαϊκή. Λαϊκή, χωρίς να είναι λαϊκίστρια. Δεν δίστασε να δείξει αδιαφορία για κροίσους που την πλησίασαν, επειδή την είχαν απογοητεύσει με τη δημόσια στάση τους. «Ήξερε να φέρεται στις κυρίες σαν σε υπηρέτριες και στις υπηρέτριες σαν σε κυρίες» είχε ειπωθεί κάποτε για εκείνη. Εκτιμούσε τους ανθρώπους του πνεύματος και όχι του πλούτου. Τους ποιητές, τους συγγραφείς και τους καλλιτέχνες. Στη θητεία της στο Υπουργείο Πολιτισμού, όσοι την προσφωνούσαν αρχικά «κυρία Υπουργό», σε δύο λεπτά την είχαν αποκαλέσει «Μελίνα». Οι απλοί άνθρωποι, άλλωστε, δεν την φώναξαν ποτέ «κυρία Μερκούρη». Πριν περάσει το περιστύλιο της Βουλής, είχε ήδη μοιράσει τον μισθό της στους σερβιτόρους και στις καθαρίστριες. Βοηθούσε ανθρώπους που είχαν οικονομικά ανάγκη, χωρίς να τους καλλιεργεί την εντύπωση ότι υποχρεώνονται. Σαν να ήθελε να ανταποδώσει όσα της είχε χαρίσει η ζωή…

Αν και είναι πασίγνωστη η λατρεία της για την Ακρόπολη, όταν βρέθηκε ένα αρχοντικό επί της Διονυσίου Αρεοπαγίτου για να γίνει μόνιμη στέγη της, απέρριψε την ιδέα για να μην μπορέσουν ποτέ να της καταλογίσουν ότι δρομολόγησε την πεζοδρόμηση της συγκεκριμένης οδού για να επωφεληθεί…



ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΚΑΙ Η ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ ΤΗΣ
«Να με θυμάσαι και να μ’ αγαπάς…»

Το 1988 τη χτυπά ο καρκίνος στον θώρακα. Οι γιατροί της δίνουν έξι με δώδεκα μήνες ζωής. Εκείνη δεν θα ζήσει έξι μήνες αλλά έξι χρόνια. «Η μόνη μου χαρά που αρρώστησα είναι ότι θα πεθάνω πριν από τον Ντασσέν» εξομολογείται στη στενή της φίλη Μανουέλα Παυλίδου. Θα ελαττώσει το τσιγάρο, αλλά δεν θα το κόψει. «Δεν πρέπει να καπνίζω, το ξέρω. Αλλά αν δεν καπνίσω καθόλου, θα είμαι άρρωστη. Δηλαδή, το τελευταίο πράγμα που είναι κέφι, που είναι ηδονή, που μου θυμίζει τα νιάτα μου, φλερτ, μουσικές, vacances, ωραία δέντρα, είναι το τσιγάρο» θα δηλώσει δύο χρόνια πριν “φύγει”. Αθεράπευτη θεριακλού, είχε ξεκινήσει την επιβλαβή συνήθεια από τα έντεκα μόλις χρόνια της.

Στο τελευταίο της ταξίδι για το νοσοκομείο «Memorial» της Νέας Υόρκης, τον Φεβρουάριο του 1994, θα ντυθεί στα γαλανόλευκα χρώματα της Ελλάδας. Εκεί θα αφήσει την τελευταία της πνοή στις 6 Μαρτίου 1994, ημέρα Κυριακή. Η μοίρα, σε ένα από τα δικά της παιχνίδια, θα ρίξει την αυλαία της μυθικής αυτής γυναίκας αντιστρέφοντας τον τίτλο της μεγαλύτερης κινηματογραφικής επιτυχίας της…

Οι διασημότερες εφημερίδες του κόσμου την αποχαιρετούν με διθυραμβικά σχόλια στα πρωτοσέλιδά τους: «Το μέλι και η φωτιά» («Le Figaro»), «Τελευταία ελληνίδα θεά» («Corriere della Sera»), «Η ίδια η Ελλάδα» («Guardian»), «Η γυναίκα των άκρων και των μεγάλων παθών» («Repubblica»), «Η Ζαν ντ’ Αρκ της Ελλάδας» («Berliner Zeitung»).

«Σαν θα γυρίσω στην πατρίδα, θέλω πολύ κόσμο στο αεροδρόμιο να με περιμένει» είχε εκμυστηρευτεί λίγο πριν “φύγει”. Η επιθυμία της θα εκπληρωθεί στο ακέραιο. Ποτέ άλλοτε στα χρονικά αυτού του τόπου δεν συγκεντρώθηκε τόσος κόσμος στο αεροδρόμιο για να συνοδεύσει κάποιον που “έφευγε”. Η πατρίδα υποδέχεται τη σωρό της υπό τους ήχους του εθνικού ύμνου και του «Πένθιμου Εμβατηρίου» του Σοπέν. Η κηδεία της πραγματοποιείται με τιμές εν ενεργεία Πρωθυπουργού – η πρώτη και η μοναδική μέχρι σήμερα Ελληνίδα που κηδεύεται με αυτόν τον τρόπο. Τα θέατρα και τα καταστήματα στο Μπρόντγουεϊ παραμένουν κλειστά για να την τιμήσουν.

«Ήσουν, είσαι το φως της Ελλάδας. Γυναίκα φλόγα, γυναίκα λάβαρο, γυναίκα έμβλημα, γυναίκα φάρος, γυναίκα γυναίκα» ανέφερε ο υπουργός Πολιτισμού της Γαλλίας Ζακ Λανγκ, σε έναν συγκλονιστικό επικήδειο. «Έδωσες τον ήλιο της ψυχής σου, έδωσες ελπίδα και αξιοπρέπεια, θέρμη και υπερηφάνεια στον λαό σου, που σήμερα στο ανταποδίδει τόσο δυνατά». Περίπου 1,5 εκατομμύριο άνθρωποι εκτιμάται ότι τη συνόδευσαν στην τελευταία της κατοικία στο Πρώτο Νεκροταφείο Αθηνών. «Η αποθέωση του θηλέος και η μεγάλη κατάφαση της ζωής άνοιξε πανιά γι’ αλλού» είπε ο κριτικός θεάτρου Κώστας Γεωργουσόπουλος στον δικό του επικήδειο, μιλώντας για «ένα φυσικό φαινόμενο σαρκωμένο στην τελειότερη δυνατή μορφή που μπορεί να πάρει η ύλη». Η χορωδία της Λυρικής Σκηνής έψαλλε αγγελικά την εξόδιο ακολουθία, ενώ στο σκεπασμένο με την ελληνική σημαία φέρετρο είχαν εναποτεθεί τα δεκάδες παράσημα που της είχαν απονεμηθεί. Οι περισσότεροι απλοί άνθρωποι περίμεναν δυο-τρεις ώρες μέσα στη βροχή για να της αφήσουν ένα πακέτο τσιγάρα απ’ αυτά που κάπνιζε. «Ώρα καλή, Μελίνα μας, και σ’ του ουρανού τον θρόνο, Ελγίνεια να μην ξαναβρείς, μα Παρθενώνες μόνο» ακούστηκε η φωνή ενός ανώνυμου θαυμαστή κατά τη διάρκεια της ταφής της, ενώ οι περισσότεροι φώναζαν «αθάνατη» ψέλνοντας τον εθνικό ύμνο.

«Στον Παράδεισο θα μπορώ να κυκλοφορώ ξυπόλυτη; Θα μπορώ να τρέχω πάνω-κάτω χωρίς να κινδυνεύω να πατήσω κανένα καρφί;» είχε αναρωτηθεί η ίδια λίγο πριν “φύγει”. Ενώ πάντα, όταν τραγουδούσε τη «Σωτηρία της Ψυχής», έκανε ασυναίσθητα το «τραύμα», «θαύμα», στον στίχο της Λίνας Νικολακοπούλου «σαν ταξιδάκι αναψυχής μ’ ένα κρυμμένο τραύμα» …

«Θα ήθελα να είμαι αιώνια» είχε πει κάποτε συζητώντας με τον Σαλβαδόρ Νταλί. Ουσιαστικά, κι αυτή η επιθυμία της έγινε πραγματικότητα. Η προτομή της στη συμβολή της Λεωφόρου Αμαλίας με τη Διονυσίου Αεροπαγίτου, απέναντι από τους στύλους τους Ολυμπίου Διός, υποδέχεται κάθε μέρα όλους τους επισκέπτες της Αθήνας. Η οδός Αθηναίων Εφήβων στον Λυκαβηττό, όπου έμεινε με τον Ζυλ Ντασσέν τα τελευταία χρόνια της ζωής της, μετονομάστηκε προς τιμήν της σε οδό «Μελίνας Μερκούρη». Εκτός από άγαλμα και δρόμος, η Μελίνα έγινε ακόμα ίδρυμα, θέατρο, κινηματογράφος, πνευματικό κέντρο, πλατεία, στάδιο, γυμναστήριο, τραγούδι, βραβείο και αφορμή για δεκάδες πολιτιστικές εκδηλώσεις.

Ο Εκπαιδευτικός, Επιστημονικός και Πολιτιστικός Οργανισμός των Ηνωμένων Εθνών όρισε ως παγκόσμια Ημέρα Πολιτισμού την ημερομηνία του δικού της θανάτου, την 6η Μαρτίου, σε μια ανυπέρβλητη τιμή για μια Ελληνίδα και μια χώρα μόλις 11 εκατομμυρίων ανθρώπων. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακοίνωσε τη θέσπιση ετήσιου χρηματικού βραβείου με το όνομά της για τη χρηματοδότηση των πολιτιστικών πρωτευουσών της ΕυρώπηςΤο δημοτικό συμβούλιο της πόλης Μονς του Βελγίου Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης το πρώτο εξάμηνο του 2015 αποφάσισε, επίσης, να δώσει σε κεντρική λεωφόρο το όνομά της. Η δημοφιλέστερη μηχανή αναζήτησης του Διαδικτύου, η Google, τοποθέτησε στην αρχική σελίδα το πρόσωπό της, με φόντο τον βράχο της Ακρόπολης, για να τιμήσει τα 95 χρόνια από τη γέννησή της, στις 18 Οκτωβρίου 2015.

Μέχρι σήμερα25, εξακολουθεί να διαβάζεται η αυτοβιογραφία της Μελίνας, έχοντας αγγίξει τις 28 διαφορετικές γλώσσες μετάφρασης και έκδοσης σε όλον τον κόσμο.

Είναι χαρακτηριστικό ότι σε ψηφοφορία της τηλεοπτικής εκπομπής «Μεγάλοι Έλληνες» («ΣΚΑΪ»), στην οποία συμμετείχαν περίπου 40.000 πολίτες, η Μελίνα ήταν 13η στη λίστα με τους 100 σημαντικότερους Έλληνες όλων των εποχών, καταλαμβάνοντας την καλύτερη θέση26 από όλες τις Ελληνίδες που ψηφίστηκαν.

Στην πραγματικότητα, όλοι θα τη θυμόμαστε και όλοι θα την αγαπάμε, όπως μας ζητούσε στο μελαγχολικό τραγούδι της…



«Στο τέλος, όταν όλοι θα έχουμε πεθάνει, θα μιλάνε ακόμη για τη Μελίνα Μερκούρη
Θα λένε πως, σε μια εποχή γεμάτη πλαστικούς ανθρώπους, εκείνη ήταν αληθινή…»
Rex Taylor Reed, αμερικανός κριτικός κινηματογράφου.




Μεγάλο μέρος του δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «People» που κυκλοφόρησε με την εφημερίδα «Πρώτο Θέμα» στις 6 Μαρτίου 2016:
http://www.peoplegreece.com/article/melina-merkouri-22-chronia-choris-tin-eonia-ellinida/

Ο τομέας «Μια Περιγραφή της» αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα Monopoli.gr:
http://www.monopoli.gr/GUESTS/item/145556-%C2%ABFwties-anabane-mes-ta-dyo-ths-matia-%C2%BB

























Υποσημειώσεις:

1. Η Μελίνα έπαιξε, επίσης, στον κινηματογράφο με τον Ιβ Μοντάν, την Τζίνα Λολομπριγκίτα, τον Μαρτσέλο Μαστρογιάννι («Θηλυκός Δαίμων», 1959), τη Ρόμι Σνάιντερ («10.30, Ένα Καλοκαιρινό Βράδυ», 1966) και άλλους διάσημους ξένους ηθοποιούς.

2. Για τις ταινίες «55 Ημέρες στο Πεκίνο» (1962) και «Η Νύχτα της Ιγκουάνα» (1964).

3.  Για την ταινία «Five Pieces for Maria», που τελικά δεν γυρίστηκε ποτέ.

4.  Για την ταινία «Η Μεγάλη Τραπεζική Ληστεία» (1969).

5. Οι ταινίες «Στέλλα» (1955), «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται» (1957), «Ποτέ την Κυριακή» (1960), «Τα Μηχανικά Πιάνα» (1965) και «Κραυγή Γυναικών» (1978) στο Φεστιβάλ Καννών, η ταινία «Η Ώρα της Μεγάλης Κρίσεως» (1961) στο Φεστιβάλ Βενετίας και η ταινία «Η Δοκιμή» (1975) στο Φεστιβάλ Βερολίνου.

6. Η Μελίνα είχε μοιραστεί το βραβείο στην κατηγορία «Καλύτερη Ηθοποιός» με τη Ζαν Μορό, η οποία πρωταγωνιστούσε στη γαλλική συμμετοχή («Moderato Cantabile», «7 Μέρες… 7 Νύχτες», 1960).

7. Το Όσκαρ είχε κερδίσει η Ελίζαμπεθ Τέιλορ, για την ερμηνεία της στην ταινία «Ζήσαμε στην Αμαρτία» («Butterfield 8», 1960).

8. Η Κατίνα Παξινού ήταν υποψήφια και είχε κερδίσει το Όσκαρ Β΄ Γυναικείου Ρόλου (για την ερμηνεία της το 1943 στην ταινία «Για Ποιον Χτυπά η Καμπάνα»).

9. Το βραβείο Τόνυ στην κατηγορία «Γυναίκα-Ηθοποιός σε Μιούζικαλ» είχε κερδίσει η Πατρίσια Ρότλετζ, για την ερμηνεία της στο μιούζικαλ «Darling of the Day» (1968).

10. Όπως μπορεί να δει κάποιος και στην επίσημη ιστοσελίδα των βραβείων Ντονατέλλο, το 1965 αναφέρεται ανάμεσα στους βραβευθέντες με «Targa d'Oro». 

11. Στα βραβεία κριτικών κινηματογράφου της Νέας Υόρκης (New York Critics Circle Awards), η Μελίνα είχε έρθει δεύτερη σε ψήφους στην κατηγορία «Καλύτερη Ηθοποιός», για την ερμηνεία της στην ταινία «Ποτέ την Κυριακή» (1960). Έπειτα από πολλούς γύρους ψηφοφορίας, είχε αναδειχθεί νικήτρια η αμερικανίδα ηθοποιός Ντέμπορα Κερ, με 9 ψήφους έναντι 7 υπέρ της Μελίνας, για την ερμηνεία της στην ταινία «Αυτοί που δεν ριζώνουν πουθενά» («The Sundowners», 1960).

12. Οι Χρυσές Σφαίρες αποτελούν το βραβείο ανταποκριτών ξένου Τύπου στο Χόλιγουντ. Είναι τα δεύτερα πιο σημαντικά κινηματογραφικά βραβεία στην Αμερική, μετά τα βραβεία Όσκαρ. Η Μελίνα ήταν δύο φορές υποψήφια στην κατηγορία «Καλύτερη Ερμηνεία από Γυναίκα-Ηθοποιό σε Δράμα», για τις ερμηνείες της στις ταινίες «Φαίδρα» (1962) και «Υπόσχεση την Αυγή» (1970), αντίστοιχα. Και μία φορά υποψήφια στην κατηγορία «Γυναίκα-Ηθοποιός σε Πρωταγωνιστικό Ρόλο Μιούζικαλ ή Κωμωδίας», για την ερμηνεία της στην ταινία «Τοπ Καπί» (1964). Τη Χρυσή Σφαίρα είχαν κερδίσει, αντίστοιχα, οι ανθυποψήφιές της: Τζεραλντίν Πέιτζ, για την ερμηνεία της στην ταινία «Το Γλυκό Πουλί της Νιότης» (1962), Άλι Μακ Γκρόου, για την ερμηνεία της στην ταινία «Love Story» (1970), και Τζούλι Άντριους, για την ερμηνεία της στην ταινία «Μαίρη Πόππινς» (1964).

13.  Τα βραβεία BAFTA (British Academy of Film and Television Arts) θεωρούνται τα βρετανικά αντίστοιχα των Όσκαρ. Η Μελίνα ήταν δύο φορές υποψήφια στην κατηγορία «Ξένη Ηθοποιός», για τις ερμηνείες της στις ταινίες «Ποτέ την Κυριακή» (1960) και «Φαίδρα» (1962), αντίστοιχα. Το βραβείο είχαν κερδίσει, αντίστοιχα, οι ανθυποψήφιές της: Σίρλεϊ Μακ Λέιν, για την ερμηνεία της στην ταινία «Η Γκαρσονιέρα» (1960), και Αν Μπάνκροφτ, για την ερμηνεία της στην ταινία «Το Θαύμα της Άννι Σάλιβαν» (1962).

14. Το τραγούδι ηχογραφήθηκε πρώτη φορά στην ελληνική δισκογραφία το 1958, με ερμηνεύτρια τη Νάνα Μούσχουρη. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι αρχικοί στίχοι του 1948, τους οποίους τραγουδούσε στη σκηνή η Μελίνα, ήταν ελαφρώς διαφορετικοί: «Αν με πίστευες λιγάκι / όνειρο δεν θα ’ταν πια», «Χάρτινο το Φεγγαράκι / και σαν όνειρο περνά» και «Δίχως τη δική σου αγάπη / είναι ο κόσμος πιο πικρός».

15. Τη «Μήδεια» (1976) είχε σκηνοθετήσει ο Μίνως Βολονάκης.

16. Πριν τέσσερα χρόνια δεν της είχε επιτραπεί κάτι αντίστοιχο με τη «Μήδεια», πιθανότατα λόγω των πολιτικών της πιστεύω. Από τον Νοέμβριο του 1974 η Μελίνα ήταν υποψήφια βουλευτής με τα ψηφοδέλτια του ΠΑΣΟΚ. Από τότε μέχρι και το 1980, όλες οι κυβερνήσεις είχαν σχηματιστεί από τη Νέα Δημοκρατία.

17. Αξίζει να σημειωθεί ότι τρία χρόνια πριν ο γνωστός παραγωγός Φιλοποίμην Φίνος είχε αρνηθεί στον σκηνοθέτη Γιώργο Τζαβέλλα να δώσει στη Μελίνα τον ομώνυμο ρόλο στην ταινία «Η Αγνή του Λιμανιού» (1952), αλλά και να χρηματοδοτήσει μετέπειτα οποιαδήποτε από τις ταινίες στις οποίες θα πρωταγωνιστούσε.

18. Τον Χρυσό Φοίνικα, τη συγκεκριμένη χρονιά, είχε κερδίσει η ταινία «Ριφιφί», σκηνοθεσίας τού Ζυλ Ντασσέν. Στην κατηγορία «Καλύτερη Ηθοποιός», η κριτική επιτροπή του Φεστιβάλ Καννών είχε αποφασίσει να μην απονείμει βραβείο, θεωρώντας ισάξιες τις ερμηνείες των υποψηφίων.

19. Αντίστοιχες εισπράξεις την ίδια χρονιά είχε κάνει η ταινία «Μάρνι», σε σκηνοθεσία Άλφρεντ Χίτσκοκ.

20. Το 2005 κέρδισε το Όσκαρ Τραγουδιού το ισπανόφωνο «Η Άλλη Πλευρά του Ποταμιού» («Al Otro Lado Del Rio»), από την ταινία «Ημερολόγια Μοτοσικλέτας».

21. Η τελευταία παράσταση του μιούζικαλ «Αγαπημένη Ίλυα» στο Μπρόντγουεϊ δόθηκε στις 13 Ιανουαρίου 1968. Η Μελίνα είχε αποφασίσει να μην ακολουθήσει την περιοδεία του έργου ανά την Αμερική και αντικαταστάθηκε από την ηθοποιό Συντ Σαρίς.

22. Τους στίχους είχε γράψει ο γάλλος στιχουργός Μορίς Φανόν πάνω στη μελωδία του τραγουδιού «Μαζί σου στην Ακρογιαλιά», από το soundtrack της ταινίας του Βασίλη Γεωργιάδη «Εκείνο το Καλοκαίρι» (1972). Την αποκάλυψη για το πώς προέκυψε η γαλλική εκδοχή του τραγουδιού έκανε ο συνθέτης Γιάννης Σπανός σε συνέντευξή του στον γράφοντα.

23. Τα Μάρμαρα του Παρθενώνα, γνωστά και ως Ελγίνεια Μάρμαρα, είναι μια συλλογή γλυπτών που αφαιρέθηκαν από την Ακρόπολη των Αθηνών και μεταφέρθηκαν στο Λονδίνο το 1806, από τον τότε πρεσβευτή της Μεγάλης Βρετανίας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, Τόμας Μπρους, έβδομο κόμη του Έλγιν.

24. Το 1999, η «Ευρωπαϊκή Πόλη Πολιτισμού» μετονομάστηκε σε «Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης».

25. Το 1971 είχε κυκλοφορήσει η πρώτη έκδοση της αυτοβιογραφίας της Μελίνας.

26. Η επόμενη κατά σειρά γυναίκα βρισκόταν στην 23η θέση και ήταν η Μαρία Κάλλας.



Βιβλιογραφία:

–  Αντωνίου Τάκης, «Προσωπογραφίες», εκδόσεις Δωδώνη, 1989.

–  Απέργης Φώτης, «Μελίνα», Μουσείο Μπενάκη, Ίδρυμα Μελίνα Μερκούρη, 2014.

–  Αργυρόπουλος Μιχάλης, «Μελίνα, Darling!», έκδοση του περιοδικού «Life&Style», 2004. 

–  Αρσένης Σπύρος, Αρχιμανδρίτης Γιώργος, «Μελίνα: Μια Σταρ στην Αμερική», εκδόσεις Πατάκη, 2014.

–  Γεωργουσόπουλος Κώστας, «Προσωπολατρία», εκδόσεις Έκτυπο, 1992.

–  Γκιώνης Δημήτρης, «Ένας κι Ένας… 46 + 1 Άνθρωποι της Τέχνης από Κοντά», εκδόσεις Άγκυρα, 2014.

–  Γκροσδάνης Νίκος, «Η Μυθολογία των Ειδώλων», εκδόσεις Παρατηρητής, 2003.

–  Γυπαράκη Μαρία, «Μιχάλης Κακογιάννης – Κινηματογράφος», εκδόσεις Μίλητος, 2010.

–  Ζωρογιαννίδης Νίκος, «Μιλώντας μαζί της», εκδόσεις Αρμός, 1999.

–  Καρατζαφέρης Αντώνης, «Μελίνα: Ένας Κόσμος», έκδοση της εφημερίδας «Ελεύθερος Τύπος», 2009.

–  Κολώνιας Μπάμπης, «Μιχάλης Κακογιάννης», εκδόσεις Καστανιώτη, 1995.

–  Κουσουμίδης Μαρίνος, «Γυναικοκρατία στο Θέατρο», εκδόσεις Βασδέκη, 1984.

–  Κυριακίδης Αχιλλέας, «Ζυλ Ντασέν», εκδόσεις Αιγόκερως, 1993.

–  Κώττη Αγγελική, «Μελίνα Μερκούρη», Ίδρυμα Μελίνα Μερκούρη, 1998.

–  Μαγκλίνης Ηλίας, «100 Μεγάλοι Έλληνες: Οι Κορυφαίοι Όλων των Εποχών»: «Μελίνα Μερκούρη», εκδόσεις Σκάι, 2009.

–  Μερκούρη Μελίνα, «Γεννήθηκα Ελληνίδα», εκδόσεις Ζάρβανος, 1971.

–  Μερκούρης Σπύρος, «Μελίνα – Παιδεία – Πολιτισμός», Ίδρυμα Ευγενίδου, 2010.

–  Μικελίδης Νίνος Φένεκ, «Ιστορία του Κινηματογράφου: 100 Χρόνια Ελληνικές Ταινίες: Από το 1897 μέχρι σήμερα», εκδόσεις Μανιατέα, 1997

–  Μπιούμπι Φρίντα, «Μελίνα: Μια Θεά με τον Διάβολο μέσα της», εκδόσεις Terzo Books, 1996.

–  Ξανθούλης Γιάννης, «Βασικά Θεατής: Ελληνικό Θέατρο 1950-1960», εκδόσεις Τόπος, 2008.

–  Παπαδόπουλος Λευτέρης, «Ζω από Περιέργεια», εκδόσεις Καστανιώτη, 2001.

– Παπαθεοδώρου Θεόδωρος, «Μελίνα Μερκούρη» (CD-ROM, VIDEO CD) Υπουργείο Πολιτισμού, Ίδρυμα Μελίνα Μερκούρη, 2000.

–  Πηλιχός Γιώργος, «Μελίνα, Κυριακή  για Πάντα», εκδόσεις Κέρκυρα, 2004.

–  Σιάφκος Χρήστος, «Μιχάλης Κακογιάννης – Σε Πρώτο Πλάνο», εκδόσεις Ψυχογιός, 2009.

–  Σολδάτος Γιάννης, «Ιστορία του Ελληνικού Κινηματογράφου, εκδόσεις Αιγόκερως, 2004.

–   Σπηλιόπουλος Βασίλης, «Μελίνα και Ζυλ», εκδόσεις Καστανιώτη, 2001.

– Τζεδάκις Γιώργος, «Μελίνα Μερκούρη (1920-1994)», «Λέσχη Αθανάτων», έκδοση της εφημερίδας «Ελευθεροτυπία», 2009. 

–  Τριανταφυλλίδης Ιάσων, «Ελληνικός Κινηματογράφος: Οι Ταινίες που Έγραψαν Ιστορία», ειδική έκδοση για την εφημερίδα «Το Βήμα», 2015.

– Τριανταφυλλίδης Ιάσων, «Ελληνικός Κινηματογράφος: Οι Ηθοποιοί που Έγραψαν Ιστορία», ειδική έκδοση για την εφημερίδα «Το Βήμα», 2015.

–  Φλέσσας Γιάννης, «Κουβεντιάζοντας», εκδόσεις Τετράγωνο, 2010.

–  Duras Marguerite, «Κάλλας, Μελίνα, Βασιλικός», εκδόσεις Σμίλη, 1996.

Περιοδικά:

–  «Εγώ», 15/3/1994, τεύχος 72.

–  «Εικόνες», 9/3/1994, τεύχος 488.

–  «Εικόνες», 16/3/1994, τεύχος 489.

–  «Εικόνες», 23/3/1994, τεύχος 490.

–  «Ένα», 25/7/1990, τεύχος 30.

–  «Επτά Μέρες TV», 12/3/1994, τεύχος 210.

–  «Iamvos Art», Φθινόπωρο-Χειμώνας 2010, τεύχος 23-24.

–  «Esquire», 1/4/1961.

Τηλεοπτικές Εκπομπές:




–  «Διαξιφισμοί»MEGA», 1990)

–  «Ψηλά τα Χέρια» («MEGA», 1990)


–  «Le Divan» («FR3», 1991)

–  «Προφίλ» («ΑΝΤ1», 1992)

–  «Πορτρέτο» («ΕΤ1», 1993)

–  «Les Geants Du Music Hall» («FR3», 1993)

–  «Παρασκήνιο» («ΕΤ1», 1993)


–  «Τέλος Εποχής» («ΑΝΤ1», 1993)

–  «Βέτο»MEGA», 1994)


–  «Γεια σου, Μελίνα» («ΕΤ1», 1998)

–  «Αντ’ Αυτού» («ΕΤ1», 1998)